Υποσκάπτοντας πεποιθήσεις για τη γνώση

ΝΤΑΝΙΕΛΕ ΝΤΕΛ ΤΖΟΥΝΤΙΤΣΕ
Τα διηγήματα
μτφρ.: Αλέξανδρος Λαβράνος
εκδ. Κείμενα, 2026,
σελ. 292

«Αρχισα να αγαπώ τη ζωγραφική όταν έμαθα πως θα τυφλωνόμουν». «Στο μουσείο της Ρενς» ο ήρωας θα γνωρίσει την Ανν. Εκείνη «τον πήρε σχεδόν από το χέρι τρέχοντας προς τον τοίχο […] όπου βρισκόταν ο πίνακας» για να τον οδηγήσει σε μια επικράτεια όπου η αλήθεια ενδημεί στον χώρο ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως. Χωρίς ρητή αναφορά στην ερωτική συνθήκη, ο συγγραφέας θα περιγράψει μια σχέση που εδράζεται σε ένα κοινό γνωσιακό πάθος: τη ζωή του Μαρά, η οποία θα σκιαγραφηθεί μπροστά στον γνωστό πίνακα του Νταβίντ.

Στο «Dillon bay», σε μια στρατιωτική άσκηση, ο συνταγματάρχης, στην απόπειρά του να μεταδώσει στους στρατιώτες κάτι από την «αξιοπρέπεια του οχυρού» που ορθώνεται μπροστά τους, θα πει: «Θα ήθελα να σας οδηγήσω σε εκείνο το σημείο που παύετε να καταλαβαίνετε, που παύετε να φαντάζεστε· θα ήθελα να σας οδηγήσω εκεί που αρχίζετε να νιώθετε».

Ο Τιτσιάνο Σκάρπα, στο κείμενο που πλαισιώνει τη συλλογή του Ντανιέλε Ντελ Τζούντιτσε, γράφει: «Βρισκόμαστε ενώπιον μιας μονίμως επαναλαμβανόμενης σκηνής: κάποιος προσπαθεί να εξηγήσει σε κάποιον άλλο το γνωστικό του πάθος· και καθώς το πράττει, βρίσκει στον άλλο μια ανταπόκριση, ένα μοίρασμα». Εκείνος που μιλάει δεν αποζητάει να αναγνωριστεί ως αυθεντία. Δεν επιδεικνύει γνώσεις. Δεν διεκδικεί κύρος. Προσπαθεί να μοιραστεί έναν τρόπο αντίληψης. Εκείνος που ακούει δεν πείθεται από την ισχύ επιχειρημάτων αλλά από τις εκλεπτύνσεις της αντίληψης.

Εχουμε εθιστεί να πιστεύουμε ότι η γνώση είναι κάτι που κατέχουμε. Μιλάμε για απόκτηση δεξιοτήτων, για διαχείριση πληροφορίας, για γνωστικό κεφάλαιο, σαν η γνώση να ήταν ένα ακόμη περιουσιακό στοιχείο. Ο Ντελ Τζούντιτσε υποσκάπτει μεθοδικά αυτές τις πεποιθήσεις. Δεν είμαστε εμείς που κατέχουμε τα αντικείμενα της γνώσης· είναι αυτά που, αργά και ανεπαίσθητα, αρχίζουν να μας διαμορφώνουν.

Κανείς, όμως, δεν βγαίνει αλώβητος από την πραγματική αφοσίωση. Ο αναπάντεχος θάνατος του συνταγματάρχη στο «Dillon bay» υποδηλώνει το τίμημα της διάχυσης του εαυτού στο γνωσιακό πάθος. Στο «Η απόλυτη ακοή», ο ήρωας, εμμονικός με τη μουσική, έκπληκτος θα συνειδητοποιήσει «την ξεκάθαρη και άσβεστη ανάγκη να σκοτώσ[ει] κάποιον». Οποιος αφιερώνει χρόνια στη φυσική, στη μουσική, στην αστρονομία, στην «αεροναυτική κουλτούρα» δεν συσσωρεύει απλώς πληροφορίες. Μαθαίνει ένα νέο τρόπο θέασης. Κάθε αυθεντικό γνωστικό αντικείμενο λειτουργεί ως σχολείο ταπεινοφροσύνης, επειδή διαρκώς μας καθιστά διακριτό ότι ο κόσμος δεν οργανώνεται πάνω στις επιθυμίες μας αλλά σύμφωνα με τη δική του εσωτερική αναγκαιότητα.

Τα διηγήματα του Ντελ Τζούντιτσε δεν εξιδανικεύουν ποτέ την εξειδίκευση. Εκείνο που τον ενδιαφέρει, όσο ερεθιστικές κι αν είναι οι αποτυπώσεις των αυθεντιών του, δεν είναι ο ειδικός, αλλά ο επίμονος μαθητής. Ο άνθρωπος που εξακολουθεί να εκπλήσσεται από το αντικείμενο που μελετά, ακόμη και όταν το γνωρίζει σε βάθος, ακριβώς επειδή το γνωρίζει σε βάθος. Η αυθεντική γνώση παραμένει επίφοβη, προκλητική, μη εξημερωμένη. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να μας υποδείξει ποιο πεδίο είναι άξιο επιμονής, ποιο έργο τέχνης απαιτεί επανειλημμένες επιστροφές, ποια επιστημονική απορία αξίζει μια ολόκληρη σταδιοδρομία. Οι επιλογές αυτές δεν είναι ποτέ αποτέλεσμα υπολογισμών· δεν είναι απότοκες λογικών συμπερασμάτων. Είναι εκφάνσεις ατόφιας επιθυμίας.

Το ανθρώπινο στοιχείο που συστηματικά διαφεύγει αποδελτίωση και ταξινομία –ενίοτε τιτλοφορείται ως συνείδηση– δεν περιγράφεται πειστικά ούτε από τη γνωσιακή επιστήμη ούτε από τη φιλοσοφία του νου. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα ον που επεξεργάζεται πληροφορίες. Πληροφορίες επεξεργάζεται και η τεχνητή νοημοσύνη, και μάλιστα πολύ καλύτερα από τη συντριπτική πλειονότητα των homo sapiens. Ο άνθρωπος είναι το υποκείμενο εμπειριών που ερωτεύεται αντικείμενα. Λυδία λίθος του έρωτα: καθίσταται πληρέστερος όσο λιγότερο περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό. Ενα αρχιτεκτόνημα δεν γνωρίζει την ύπαρξή μας. Ενας πίνακας δεν ενδιαφέρεται για τον θεατή του. Τα άστρα δεν περιμένουν να τα παρατηρήσουμε. Κι όμως, η επίμονη επιστροφή μας σε αυτά είναι που συγκροτεί την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Ο πολιτισμός φθίνει όταν ο άνθρωπος συσσωρεύει γνώσεις. Θάλλει, όμως, όταν δύο άνθρωποι κατορθώνουν να αγαπήσουν το ίδιο αντικείμενο, διαπιστώνοντας ότι είναι ανεξάντλητο.

Τα εξαίρετα αυτά διηγήματα εκδόθηκαν στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Προοικονομούν εναργώς την εποχή μας και συνιστούν αντίδοτο στην οικονομία του αδυσώπητου περιεχομένου που προσβάλλει κάθε έννοια ηθικής και αισθητικής. Ο Ντελ Τζούντιτσε δεν ευαγγελίζεται επιστροφή σε κάποιο ιδεατό παρελθόν. Μιλάει για την επανάκτηση της ικανότητας να επιμένουμε. Να παραμένουμε ικανό χρόνο μπροστά σε έναν πίνακα, σε ένα συμβάν, σε ένα ποίημα, μέχρι αυτά να πάψουν να είναι πληροφορίες και να μετατραπούν σε εμπειρία.