Φόρτωση Text-to-Speech…
Του έδωσαν το όνομα του πατέρα του, γιατί δεν πρόφτασε να τον γνωρίσει. Μεγάλωσε με την απουσία του, λίγες ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τη διήγηση του θανάτου του. Τον Μάρτιο του 1941 ο έφεδρος λοχίας πεζικού Γεώργιος Βέλιος τραυματίστηκε στην κοιλιά, στις ανατολικές πλαγιές της Τρεμπεσίνας κατά την «εαρινή επίθεση» των Ιταλών. Μεταφέρθηκε στο χειρουργείο που είχε στηθεί στο χωριό Κοσίνα, πέθανε δυο μέρες μετά την επέμβαση και τάφηκε αρχικά πρόχειρα εκεί, μαζί με άλλους μαχητές του αλβανικού μετώπου, στον περίβολο της ορθόδοξης εκκλησίας. Λίγους μήνες αργότερα, στο Παλαιοχώρι Χαλκιδικής, γεννήθηκε ο μικρότερος γιος του.
«Στενοχώρια. Τα άλλα παιδιά στο σχολείο είχαν τους πατεράδες τους, όχι εγώ», λέει στην «Κ» ο 85χρονος Γιώργος Βέλλιος. Το επώνυμο άλλαξε γραφή με τα χρόνια, το τραύμα, όμως, διέτρεξε γενιές. «Μεγαλώσαμε και εμείς με αυτή την έλλειψη. Καθόρισε τη μοίρα της οικογένειας αυτό το γεγονός», περιγράφει η Αργυρή Βέλλιου, ένα από τα συνολικά πέντε εγγόνια του πεσόντος. «Και εγώ και η αδελφή μου ακούγαμε συχνά τον πατέρα μας να εκφράζει τον καημό για τον παππού που δεν γνωρίσαμε, να λέει “είμαι ο γιος της χήρας”».

Η πρόκληση
Στις αρχές του 2018, εννέα χρόνια μετά την υπογραφή διακρατικής συμφωνίας, μια μεικτή ελληνοαλβανική επιτροπή ξεκίνησε εργασίες εκταφής στα στενά της Κλεισούρας στην Αλβανία στο πλαίσιο ερευνών για τον εντοπισμό πεσόντων του ελληνοϊταλικού πολέμου. Παράλληλα στην Ελλάδα ήδη συλλέγονταν δείγματα γενετικού υλικού συγγενών με την προσδοκία ότι κάποια στιγμή θα γινόταν η ταυτοποίηση μέσω DNA.

Σύμφωνα με στοιχεία της ομάδας εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, από τους 8.000 πεσόντες, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν ενταφιαστεί πρόχειρα χωρίς ονόματα ή σε ομαδικούς τάφους, μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί δείγματα οστών για περίπου 1.500, ενώ λίγο περισσότεροι από 2.000 συγγενείς έχουν δώσει δείγματα αίματος. Παρά τις προσπάθειες, όμως, για χρόνια δεν είχε γίνει κάποια ταυτοποίηση. Πολλά οστά ήταν θρυμματισμένα, εκτεθειμένα επί δεκαετίες στη φθορά. Επιστημονικά ήταν μια πρόκληση ακόμη και η δυνατότητα απομόνωσης γενετικού υλικού από ορισμένα δείγματα.
Η μακρά αναμονή, δίχως αποτέλεσμα, έφερε ένα αίσθημα ματαίωσης σε ορισμένες οικογένειες. «Το είχαμε αφήσει», λέει η Αργυρή Βέλλιου. Ωσπου τον Ιούλιο του 2026 έφτασε το απροσδόκητο νέο. Ο συγγενής τους ήταν ο πρώτος πεσών του ελληνοϊταλικού πολέμου που ταυτοποιήθηκε με αυτήν τη διαδικασία. «Ηταν σαν να βρίσκεις κάποιον αγνοούμενο, χρόνια μετά. Για τον πατέρα μου ήταν μια δικαίωση», αναφέρει η κ. Βέλλιου. «Περίμενα τόσα χρόνια με αγωνία. Το χάρηκα πολύ», τονίζει εκείνος.


Ακολούθησε πιο πρόσφατα και δεύτερη ταυτοποίηση, του έφεδρου δεκανέα πεζικού Δημήτρη Κόλλια με καταγωγή από τη Λάρυμνα Φθιώτιδας. Το τάγμα του επιχείρησε στις 2 Δεκεμβρίου 1940 την κατάληψη του Υψώματος 669. Επεσε μαχόμενος και τάφηκε στην Αλβανία από τους Ιταλούς. Κατά την εκταφή του τον Οκτώβριο του 2020 εντοπίστηκαν μεταξύ άλλων υπολείμματα της στρατιωτικής του στολής, μία ξιφολόγχη και ένα φυλακτό. «Αισθανόμαστε πλέον καλύτερα, ήταν κάτι που το περίμενε όλη η οικογένεια», λέει στην «Κ» ο Ανδρέας Κόλλιας, ανιψιός του πεσόντος που είχε δώσει αίμα για την ταυτοποίηση.

Το μνημείο
Ο Γιώργος Σούρλας, πρόεδρος της Ενωσης Συγγενών Πεσόντων κατά το Επος 1940-1941, αποκαλεί «ιστορικό γεγονός» τις πρώτες δύο ταυτοποιήσεις. «Ηταν μια από τις επιδιώξεις μας. Οι υπόλοιπες εκκρεμότητες είναι η περισυλλογή των οστών, ο τιμητικός ενταφιασμός και η ανέγερση μνημείου, η κατασκευή του οποίου προχωράει στο Καλπάκι Ιωαννίνων», σημειώνει. Παράλληλα τονίζει ότι εκκρεμεί από την αλβανική πλευρά η παραχώρηση γης για την επέκταση του στρατιωτικού κοιμητηρίου στην Κλεισούρα, γιατί τόσο αυτό όσο και εκείνο στους Βουλιαράτες είναι πλήρη.
Ενα όνομα στον τάφο – «Αυτές οι προσπάθειες δείχνουν ότι έπειτα από τόσα χρόνια το κράτος σκέφτεται τους νεκρούς του και προσπαθεί να δώσει ένα όνομα στον τάφο όπου είναι θαμμένοι», λέει ο σμήναρχος Πολυζώης Μάκρας, διευθυντής του Τμήματος Ιατρικής Ερευνας στο 251 ΓΝΑ.
«Ηταν μια στιγμή, για εμένα και όλη την ομάδα, που θα τη θυμάμαι για το υπόλοιπο της ζωής μου», αναφέρει για τα πρώτα επιτυχή αποτελέσματα ο υποναύαρχος Παναγιώτης Παπαγεωργίου και πρόεδρος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων. «Πέρασαν τόσες δεκαετίες, νιώθουμε χαρά και αγαλλίαση που όλη αυτή η προσπάθεια οδηγεί σε απτά αποτελέσματα». Οπως επισημαίνει, αυτή την περίοδο συνεχίζονται οι έρευνες στην περιοχή της Πρεμετής και η προσδοκία είναι ότι θα ακολουθήσουν και άλλα θετικά αποτελέσματα. «Είναι ένα παιχνίδι πιθανοτήτων», λέει. «Προσπαθούμε να φέρουμε αυτές τις πιθανότητες υπέρ μας».
«Εχουμε βιώσει αρκετές απογοητεύσεις. Πόσα δείγματα τρέξαμε, πόσες ώρες δουλειάς βγάζοντας μηδενικό αποτέλεσμα. Αλλά όταν τα καταφέραμε ήταν συγκινητικό», τονίζει ο σμήναρχος Πολυζώης Μάκρας, διευθυντής του Τμήματος Ιατρικής Ερευνας στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, όπου πραγματοποιείται η επεξεργασία των δειγμάτων και οι αναλύσεις DNA.

«Είναι απολύτως κατανοητή η αγωνία των συγγενών», υπογραμμίζει και εξηγεί ότι η διαδικασία θα διαρκέσει χρόνια, καθώς συνεχίζονται οι έρευνες στο πεδίο και χρειάζονται περισσότερα δείγματα. «Αυτές οι προσπάθειες δείχνουν ότι έπειτα από τόσα χρόνια το κράτος σκέφτεται τους νεκρούς του και προσπαθεί να δώσει ένα όνομα στον τάφο όπου είναι θαμμένοι», επισημαίνει.
Στο εργαστήριο
Η επεξεργασία δειγμάτων από το αλβανικό μέτωπο είχε ξεκινήσει στο Κέντρο Μοριακής Βιολογίας του 401 Στρατιωτικού Νοσοκομείου και πέρασε εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια στο 251 ΓΝΑ. Για το προσωπικό του εργαστηρίου στο Τμήμα Ιατρικής Ερευνας η παλαιότητα των δειγμάτων από το αλβανικό μέτωπο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο.

Ο επιστημονικός υπεύθυνος, σμήναρχος και μοριακός βιολόγος Σταύρος Κόκοτας εξηγεί ότι η μακροχρόνια έκθεση των οστών σε δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική υποβάθμιση και τον κατακερματισμό του DNA. Στο εργαστήριο τα οστά καθαρίζονται, ακολουθεί η μετατροπή σκελετικών υπολειμμάτων σε σκόνη, η απομόνωση, η ανάλυση και ο πολλαπλασιασμός δείγματος DNA.
Επειτα από σειρά δοκιμών εφαρμόζουν πλέον στο εργαστήριο του 251 ΓΝΑ μια άλλη μέθοδο, την Αλληλούχιση Νέας Γενιάς (Next Generation Sequencing, NGS), η οποία έχει τη δυνατότητα ανάλυσης ακόμη και ιδιαίτερα κατακερματισμένου DNA. Το 2025 δημοσιεύθηκε και μια σχετική μελέτη τους σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό.
Η μελέτη
Η εφαρμογή της Αλληλούχισης Νέας Γενιάς αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό εργαλείο της σύγχρονης ιατροδικαστικής γενετικής. Το 2025 δημοσιεύτηκε σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό μια μελέτη του εργαστηρίου του 251 ΓΝΑ για αυτή τη μέθοδο (S. Kokotas, B. Budowle, A. Papatheodorou, E. Bolanaki, A. Kondili, A. Metheniti, M. Vouropoulou, G. Koukouvinos, E. Palaigeorgiou, P. Makras, Comparison of next generation sequencing (NGS) – (SNPs) and capillary electrophoresis (CE) – (STRs) in the genetic analysis of human remains, Forensic Sci. Int. Genet. 74 2025).
Στην πιλοτική μελέτη χρησιμοποιήθηκαν δύο διαφορετικές τεχνολογίες πλατφορμών ανάλυσης DNA, με σκοπό την ανάλυση DNA που εξήχθη από σκελετικά κατάλοιπα 16 πεσόντων, για τους οποίους δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα και αξιόπιστα μέσα ταυτοποίησης.
Παράλληλα, μέσω αυτής της μεθοδολογίας είναι εφικτή η διερεύνηση ακόμη και μακρινών συγγενικών σχέσεων που μπορούν να φτάσουν έως και τον πέμπτο βαθμό συγγένειας. Για την περίπτωση των πεσόντων του ’40 αυτή η εξέλιξη διευρύνει τις δυνατότητες ταυτοποίησης καθώς οι περισσότεροι στενοί συγγενείς δεν βρίσκονται εν ζωή. Η προηγούμενη τεχνική που ακολουθούσαν επέτρεπε τη διερεύνηση συγγένειας το πολύ έως τον δεύτερο βαθμό.
Κίνητρο για ζωή – «Υπάρχει μεγάλη αγωνία από τους συγγενείς, κάποιοι κρατιούνται στη ζωή περιμένοντας την ταυτοποίηση», επισημαίνει ο σμήναρχος Σταύρος Κόκοτας, μοριακός βιολόγος στο εργαστήριο του 251 ΓΝΑ.
Από τα αρχεία, στο DNA
Για να φτάσει στα πρώτα αποτελέσματα, το προσωπικό του εργαστηρίου κινήθηκε πιο στοχευμένα. Τους βοήθησαν ένας ιστορικός και ένας ανθρωπολόγος από την ελληνική ομάδα εμπειρογνωμόνων του ΥΠΕΘΑ. Αφού μελέτησαν τα σχετικά αρχεία για τις ταφές στο αλβανικό μέτωπο υπέδειξαν ποια δείγματα οστών θα μπορούσαν να αντιπαραβάλουν με ποια ομάδα δειγμάτων συγγενών, ώστε να μειωθεί το εύρος της έρευνας. Σύμφωνα με στοιχεία της ομάδας εμπειρογνωμόνων, το 1942 οι Ιταλοί ξέθαψαν τον Βέλιο και τον επανενταφίασαν στην Πρεμετή. Η εκταφή των οστών του πραγματοποιήθηκε κατά τις έρευνες που έγιναν εκεί τον Μάρτιο του 2024.

«Ηταν αίσθημα τιμής και υπερηφάνειας, μια επιβεβαίωση για όλη την ομάδα τόσο εδώ όσο και στην Αλβανία, ότι οι κόποι μας έπιασαν τόπο. Υπάρχει μεγάλη αγωνία από τους συγγενείς, κάποιοι κρατιούνται στη ζωή περιμένοντας την ταυτοποίηση», τονίζει ο κ. Κόκοτας. «Μας χαροποιεί που αυτή η τεχνική δουλεύει, ήταν δύσκολο να φτάσουμε εδώ», προσθέτει ο σμήναρχος και βιολόγος Θανάσης Παπαθεοδώρου.


«Να έρθουν και άλλοι συγγενείς να δώσουν αίμα. Οσο περισσότερα είναι τα δείγματα τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να βρεθεί κάποιος», επισημαίνει ο σμήναρχος και βιολόγος Θεοφάνης Μπαρμπούνης.
Εχασε και αυτός έναν συγγενή, τον αδελφό του παππού του, στο αλβανικό μέτωπο. Εκτιμάται ότι τάφηκε πιο βόρεια από το πεδίο όπου γίνονται αυτή την περίοδο οι έρευνες. Περιμένει και αυτός, κάποια στιγμή, την ταυτοποίηση του δικού του ανθρώπου.


