Βιβλιοπωλεία, μπαρ και celebrities με… λερωμένη φωλιά

Στις «Αναμοχλεύσεις» της 5ης Ιουλίου, αναφερόμενος στο ότι θα λείψω για ένα διάστημα από την Αθήνα, δήλωνα ότι, διαβάζοντας (έστω, στην παραλία), θα προσπαθούσα, παράλληλα με τις βουτιές μου, να «ανεβάσω και το ιδεολογικό μου επίπεδο», όπως λέγαμε στα αριστερά μας νιάτα. Μπα, τζίφος τελικά. Ομολογώ ότι δεν κατάφερα να διαβάσω ούτε την «Κριτική του καθαρού Λόγου» του Καντ, ούτε τη «Φαινομενολογία του πνεύματος» του Χέγκελ, ούτε τον «Tractatus» του Βίτγκενσταϊν. Περιορίστηκα έτσι σε βιβλία Ελλήνων συγγραφέων οι οποίοι με ενδιαφέρουν και τους παρακολουθώ. Ανάμεσά τους και ο Κώστας Μαυρουδής, στου οποίου το πρόσφατο «Ο Χ. είπε» επιφυλάσσομαι να επανέλθω πολύ σύντομα.

Κάποτε στο Παρίσι

Κατά τα άλλα, κινήθηκα σε κλίμα γαλλοκεντρικό, και ειδικότερα παρισινοκεντρικό, ίσως και υπό την επήρεια της 14ης Ιουλίου για την οποία άλλωστε και έγραφα στο προηγούμενο κείμενό μου. Ανεκδοτολογικά λοιπόν ορισμένα από τα αναγνώσματά μου, με την καλύτερη δυνατή έννοια του όρου και με μια κάποια ροπή προς όσα, έστω και αν δεν ανήκουν ίσως στα μείζονα γεγονότα, συχνά αποτυπώνουν γλαφυρά και ανάγλυφα το κλίμα και τα διακυβεύματα μιας εποχής.

Το ένα από αυτά, γραμμένο παραδόξως (;) από Ελληνα, τον Βλάσση Τσίρο, με τίτλο «Αριστερά του Σηκουάνα» και (φιλόδοξο) πλάγιο τίτλο «Η Sylvia Beach αλλάζει τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα», κυκλοφορεί από τις πάντοτε «ψαγμένες» εκδόσεις Ποταμός. Θέμα του, το θρυλικό παρισινό βιβλιοπωλείο «Shakespeare and Company» (να ‘τος πάλι ο Εγχέσπαλος…), το οποίο λειτούργησε από το 1919 έως το 1941 στην περιοχή του Odeon, πολύ κοντά σε ένα άλλο θρυλικό βιβλιοπωλείο, το «La Maison des Amis des Livres» της Αντριέν Μονιέ, φίλης αρχικά και εν συνεχεία και ερωτικής συντρόφου της Αμερικανίδας Σίλβια Μπιτς. Οσο για το αρκετά γνωστό, ομότιτλο βιβλιοπωλείο, περίπου απέναντι από τη Νοτρ Νταμ, αυτό είναι άλλη ιστορία, δημιούργημα του επίσης Αμερικανού George Whitman, ο οποίος το «άνοιξε» το 1951 και το 1964 τού έδωσε την ιστορική ονομασία «Shakespeare and Company».

Με πελάτες αρχικά συνδρομητές, το βιβλιοπωλείο της Σίλβια Μπιτς θα γίνει σχετικά σύντομα όχι μόνο στέκι όλων των Αμερικανών συγγραφέων που ζούσαν στο Παρίσι κατά τη δεκαετία του 1920 (Χέμινγουεϊ, Σκοτ Φιτζέραλντ κ.ά.), αλλά και το στρατηγείο και αποκούμπι του εκκεντρικού, σχεδόν πάντοτε αδέκαρου, καθόλου εύκολου στις σχέσεις του και στις συναλλαγές του, Τζέιμς Τζόις. Μάλιστα, η Σίλβια Μπιτς θα είναι αυτή που θα καταφέρει να εξασφαλιστεί, με χίλια ζόρια, η δημοσίευση του «Οδυσσέα». Για όλα αυτά και για πολλά ακόμα, άντλησα πολύτιμα στοιχεία από το «Αριστερά του Σηκουάνα». Ακόμα και κάποια σχεδόν ευτράπελα, όπως αυτό με τον Σαιν-Εξυπερύ, ο οποίος, όντας ως γνωστόν πιλότος, καθυστέρησε κάποτε την προσγείωσή του, κάνοντας κύκλους πάνω από το αεροδρόμιο, προκειμένου να ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου το οποίο διάβαζε κατά την πτήση.

Η άλλη γαλλική αναγνωστική βουτιά (παραλίγο και κυριολεκτικά, αφού μια μέρα ανέβηκε η θάλασσα) ήταν το βιβλίο του Philippe Collin «Ο μπάρμαν του “Ritz”» (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη). Να, λοιπόν, μια ακόμα (έστω και πλάγια) ματιά σε μια περίοδο με πολύ ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον: αυτήν της γερμανικής Κατοχής (1940-44) στη Γαλλία, και στο Παρίσι ειδικότερα. «Πλάγια», με την έννοια κυρίως ότι είναι η ματιά του εμβληματικού μπάρμαν του Ritz, βετεράνου του πολέμου του 1914-18, ο οποίος μάλιστα ήξερε να κρύβει πολύ καλά την εβραϊκή καταγωγή του. Στρατηγοί και άλλοι υψηλόβαθμοι της Βέρμαχτ, ο πεφυσιωμένος και καλοζωιστής Γκέρινγκ, σημαντικοί παράγοντες της (δωσιλογικής και όχι μόνο) γαλλικής οικονομικής ελίτ, αλλά και προσωπικότητες του κόσμου της μόδας και του θεάματος, όπως η Κοκό Σανέλ, ο Σασά Γκιτρί ή η Αρλετύ (η θρυλική Garance στα «Παιδιά του παραδείσου»), άνθρωποι που λίγο πολύ τα είχαν όσο πιο καλά γινόταν με τους Γερμανούς, δίνουν επίσης το «παρών» και την οπτική τους γωνία στο βιβλίο του Κολέν.

Παρεμπιπτόντως και για να ελαφρύνω (;) ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα λόγω καλοκαιριού, αξίζει μια μικρή αναφορά στο τι απέγιναν κάποιοι «επώνυμοι» που έζησαν τα χρόνια της Κατοχής στο Παρίσι «υπό τον ήχο των φυσαλίδων της σαμπάνιας». Η Κοκό Σανέλ, αξιοποιώντας τις γνωριμίες της και στον αγγλοσαξονικό κόσμο, κατάφερε «να τη βγάλει καθαρή». Ο Σασά Γκιτρί έμεινε λίγους μήνες στη φυλακή, και έπειτα συνέχισε ανενόχλητος την καριέρα του. Οσο για την Αρλετύ, πέρασε κι αυτή από δίκη. Οντας υπερβολικά «επώνυμη» για να την κουρέψουν και να την περιφέρουν με χαραγμένη τη σβάστικα στο κρανίο της –όπως έγινε (καθ’ υπερβολήν ίσως, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις) με τις περίπου 20.000 λεγόμενες tondues (κουρεμένες)–, καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση, εξέτισε μόνον τους 2, και συνέχισε κι αυτή την καριέρα της, έστω για λίγο λόγω σταδιακής απώλειας της όρασής της.

Περί πατριωτισμού

Και για επιδόρπιο, κάτι από την περί ης ο λόγος διαδικασία «κάθαρσης» στη Γαλλία του 1945. Καλούμενη να αποσείσει την κατηγορία ότι, ως μαιτρέσα ανωτάτου Γερμανού αξιωματικού, υπήρξε δωσίλογος (collaboratrice), η ετοιμόλογη Αρλετύ απάντησε: «Μια γυναίκα, τον πατριωτισμό της τον έχει ή δεν τον έχει στην καρδιά της, όχι στο μ… της». Σύμφωνα με άλλη εκδοχή: «Η καρδιά μου ανήκει στη Γαλλία, αλλά ο κ… μου δεν έχει εθνικότητα». Ελάχιστα πειστική απάντηση ίσως, αλλά πάντως ευρηματική.