Βιδιανό… Ποιος θα του αντισταθεί;

Το Βιδιανό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το «Viognier της Κρήτης», λόγω του έντονου βερικοκένιου και ροδακινένιου χαρακτήρα, αλλά και της λιπαρότητάς του στο στόμα. Εκεί, όμως, που διαφέρει από την ντίβα του Ροδανού, είναι ότι ανάλογα με το πού καλλιεργείται, μπορεί να εκφράσει διαφορετική προσωπικότητα, ακόμα και τονισμένες οξύτητες.

Η ακριβής γεωγραφική καταγωγή του Βιδιανού παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Μια εκδοχή λέει πως καλλιεργούνταν στον Νομό Ηρακλείου και ότι το όνομά του προέρχεται από το χωριό Αβδού, απ’ όπου πιθανόν μεταφέρθηκε στο Ρέθυμνο από πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στους Αβδανίτες Μυλοποτάμου. Μια άλλη, πιο τεκμηριωμένη ιστορικά, συνδέει το όνομα της ποικιλίας με την ενετική οικογένεια Vidi ή Vido, που αναφέρεται σε έγγραφα του 1249 ως κάτοικος του Χάνδακα και κάτοχος φέουδων στο Λασίθι· η Μονή Βιδιανή, στο οροπέδιο Λασιθίου, είναι χτισμένη στο παλιό τους μετόχι. Υπάρχει, όμως, και η εκδοχή του Ρεθύμνου –ας μην ξεχνάμε τους γηραιούς αμπελώνες στις Μέλαμπες– που διεκδικεί τη δική του θέση στην ιστορία της ποικιλίας. Το σίγουρο είναι πως στα τέλη του 20ού αιώνα το Βιδιανό είχε σχεδόν ξεχαστεί. Οι φυτεύσεις ήταν ελάχιστες, το ενδιαφέρον μηδενικό και το σταφύλι κινδύνευε να χαθεί στη σκιά των διεθνών ποικιλιών που κατέκλυζαν τότε το νησί. Ο παραγωγός Νίκος Δουλουφάκης ήταν ο πρώτος που πίστεψε αρκετά στο Βιδιανό ώστε να επενδύσει σε αυτό, συνδέοντας άρρηκτα το όνομά του μαζί του. Το παράδειγμά του σύντομα ακολούθησαν και άλλοι (Silva Daskalaki, Διαμαντάκης, Καραβιτάκης, Λυραράκης) κι έτσι σήμερα η ποικιλία δεν βρίσκεται μόνο σε όλη την Κρήτη, αλλά έχει ταξιδέψει και εκτός νησιού (Καβάλα, Πιερία και Νάουσα), αποδεικνύοντας πως η προσαρμοστικότητά της ξεπερνά τα γεωγραφικά σύνορα.

Πρόκειται για μια αρκετά παραγωγική ποικιλία, εξαιρετικά ανθεκτική στην ξηρασία, γι’ αυτό και ταιριάζει τόσο στο κλίμα της Κρήτης. Αυτό που το κάνει όμως πραγματικά ξεχωριστό, είναι η ευαισθησία του στον τόπο: τόσο τα αρωματικά όσο και τα δομικά στοιχεία του κρασιού αλλάζουν σημαντικά ανάλογα με το έδαφος, το υψόμετρο και το μικροκλίμα όπου μεγαλώνει το αμπέλι. Στις πλαγιές με υψόμετρο από 300 έως 550 μ. και πετρώδη ή φτωχά εδάφη, αποκτά βοτανικό ή ορυκτό χαρακτήρα, όγκο και δροσιστική οξύτητα. Στα πιο γενναιόδωρα εδάφη των πεδιάδων και των κάμπων και στο ζεστό τους κλίμα, το αποτέλεσμα είναι πιο στρογγυλό, με εκφραστικό πυρηνόκαρπο φρούτο και ενίοτε με τροπικές νότες (ανανά, μπανάνα). Τα πιο χαρακτηριστικά αρώματα της ποικιλίας είναι το ροδάκινο, το βερίκοκο, τα λευκά άνθη και τα βότανα, ενώ έχει μέτριο σώμα και ισορροπημένη οξύτητα.

Βιδιανό… Ποιος θα του  αντισταθεί;-1
(Φωτογραφία: Δημήτρης Βλάικος)

Το Βιδιανό αγαπάει τους πειραματισμούς και ανταμείβει τους τολμηρούς. Σίγουρα, η πιο κλασική εκδοχή του είναι η φρέσκια, με ανοξείδωτη δεξαμενή, που φωτίζει το φρούτο και τον ζουμερό του χαρακτήρα. Παράλληλα, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί τη γοητεία του βαρελιού. Το έντονο φρούτο και η αρωματική του ένταση «σηκώνουν» με χάρη τις πικάντικες νότες της δρυός, χωρίς να χάνουν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Το ακόμα καλύτερο σε αυτές τις εκδοχές είναι η επέκταση του δυναμικού παλαίωσης και η πιο γαστρονομική διάσταση, που θα ταιριάξει με περισσότερα πιάτα στο τραπέζι. Του πάνε και οι πορτοκαλί εκδοχές και ο αμφορέας, αλλά και η δεύτερη ζύμωση στη φιάλη που χαρίζει εκφραστικά αφρώδη κρασιά. Το σπουδαίο σε κάθε περίπτωση είναι πως ο ποικιλιακός χαρακτήρας καταφέρνει να λάμψει στα χέρια των έμπειρων οινοποιών.

Τι τρώμε με το Βιδιανό; Πάρτε μολύβι και χαρτί, γιατί η λίστα είναι μεγάλη: Οι φρέσκες και φρουτώδεις εκδοχές του είναι passepartout. Ταιριάζουν με γλυκιές κρητικές γραβιέρες, πράσινες σαλάτες με φρούτα, χορτόπιτες, καλιτσουνάκια, μαριναρισμένα παϊδάκια κοτόπουλου, αλλά και γαρίδες με σαφράν και καλαμάρι σοτέ. Τα πιο πλούσια, βαρελάτα Βιδιανά θέλουν πιάτα με αντίστοιχο βάρος, όπως χοιρινό λαιμό με αποξηραμένα βερίκοκα ή μήλα στον φούρνο, λινγκουίνι με σολομό, γιουβέτσι με πεσκανδρίτσα, μαραθόριζα και βούτυρο ή φιογκάκια με απάκι και κρέμα γραβιέρας. Για τους μερακλήδες, ταιριάζει και μια γουρυνοπούλα με τραγανή πετσούλα. Οι πιο κοφτερές και λεμονάτες εκδοχές του, από πιο ψυχρά κλίματα, αγαπούν το ψάρι, ενώ οι πορτοκαλί μπορούν να τα βγάλουν πέρα ακόμα και με ξιδάτο λουκάνικο και τσιγαριαστό. Τα αφρώδη, τέλος, μπορούν να αποτελέσουν εξαιρετικά απεριτίφ, αλλά και να συνοδεύσουν ελαφριά πιάτα ζυμαρικών ή κρύα μεζεδάκια.