Βαθιά πίστη, βαθιά Αθήνα

Φόρτωση Text-to-Speech…

Οταν ήταν 12 ετών, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης –σε μια έξαρση εφηβικού ναρκισσισμού, όπως αφηγείται ζωηρά– ανακήρυσσε εαυτόν σε «μαχητικά άθεο». Μερικές δεκαετίες αργότερα, θα γύριζε μια ταινίααφιερωμένη στην ημέρα της Παναγίας – στη μεγαλύτερη θρησκευτική γιορτή του θέρους, αλλά και σε ένα μεταιχμιακό σημείο του έτους όπου θρησκευόμενοι και άθεοι εγκαταλείπουν το άστυ για την ύπαιθρο, σε αναζήτηση μιας ανάπαυλας από την «πραγματική» ζωή.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά την «προσγείωση» του εμβληματικού «Δεκαπενταύγουστου» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ο σκηνοθέτηςμοιράζεται με την «Κ» μνήμες από την περιπέτεια των γυρισμάτων της ταινίας, σκέψεις γύρω από το θαύμα, τη μητρότητα, το «μέινστριμ», τον αγαπημένο του Παζολίνι, και μας λέει σε ποια γειτονιά της Αθήνας θα έμεναν σήμερα οι χαρακτήρες της ταινίας του.

Ρωγμές

Σημείο εκκίνησης για τις τρεις ιστορίες της ταινίας είναι μια πολυκατοικία της Πατησίων κοντά στην οδό Ιεροσολύμων. Μια τετραμελής οικογένεια κατευθύνεται προς την Παναγία Σουμελά προσδοκώντας ένα θαύμα που θα θεραπεύσει τη μικρή της κόρη. Ενας κυνικός γιάπης και η σύντροφός του αντικρίζουν –πλάι στην πισίνα ενός μεγαλοαστικού εξοχικού– το οδυνηρό αδιέξοδο στη σχέση τους. Και δύο νέοι εραστές κάτω από τον άγριο πελοποννησιακό ήλιο συνειδητοποιούν ότι η ενηλικίωση μπορεί να συνεπάγεται (και) ευθύνη. Ολα αυτά ενώ ένας νεαρός διαρρήκτης (το βλέμμα του δημιουργού;) βιώνει τα δικά του απρόσμενα θαύματα ως «ξένος» σε σπίτια και ζωές άλλων.

Βαθιά πίστη, βαθιά Αθήνα-1
Η Θεοδώρα Τζήμου υποδύεται «ένα από τα δύο “φρικιά” που έχουν την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσουν να ζήσουν μια ανέμελη ζωή», με τα λόγια του σκηνοθέτη της ταινίας.

Αρχές της χιλιετίας και ο Γιάνναρης αισθάνεται πως μετά το «Από την άκρη της πόλης» έχει κλείσει ο κύκλος των ταινιών στις οποίες διερευνούσε θέματα σεξουαλικότητας. «Ηθελα να κάνω κάτι διαφορετικό, που να αγγίζει ένα πλατύτερο κοινό. Αλλά και μια ταινία για την Ελλάδα την οποία ανακάλυπτα ξανά». Γεννήθηκε στο Σίδνεϊ και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αγγλία. Εκεί παρέδωσε και τις πρώτες –μάλλον πρωτοποριακές με το σημερινό βλέμμα– ταινίες του. Με τον «Δεκαπενταύγουστο» καταπιάνεται με τις «ρωγμές μιας πιο “πραγματικής”, μεσοαστικής Ελλάδας». Μιας Ελλάδας που έμαθε στα οικογενειακά καλοκαίρια που περνούσε στην πατρίδα του, τη Λακωνία, την οποία ήθελε να τιμήσει τοποθετώντας τη δράση της ιστορίας του νεαρού ζευγαριού σε μια ηλιόλουστη ακτή της.

Πάνω από όλα, όμως, ο ίδιος θεωρεί τον «Δεκαπενταύγουστο» ταινία-ύμνο στη γυναίκα και στις διάφορες αναπαραστάσεις της: τη μητέρα, τη γυναίκα που προσπαθεί να γίνει μητέρα, τη γυναίκα ως Παναγία. Μια Παναγία, μάλιστα, ενίοτε αρκετά «προχωρημένη», όπως στη σκηνή κατά την οποία η Αντζελα Μπρούσκου συνομιλεί από την τηλεοπτική οθόνη με τον διαρρήκτη (Κώστας Κοτσιανίδης), κατανοώντας τον με τρυφερότητα, αλλά και ευθύτητα («είσαι κόκαλο»), χωρίς να σοκάρεται από τις επιλογές ζωής του, όπως σχολιάζει χαμογελαστός ο κ. Γιάνναρης.

«Ηθελα να κάνω κάτι διαφορετικό, που να αγγίζει ένα πλατύτερο κοινό. Αλλά και μια ταινία για την Ελλάδα την οποία ανακάλυπτα ξανά», αναφέρει ο σκηνοθέτης.

Πώς γίνεται ένας άθεος να κάνει μια θρησκευτική ταινία; Αναπόφευκτα η συζήτηση μετατοπίζεται στην περίπτωση του Πιερ Πάολο Παζολίνι και του «Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου» που γύρισε το 1964. «Είναι ίσως η αγαπημένη μου ταινία, ακόμα συγκινούμαι», σημειώνει. «Ξέρετε, τα μυστήρια και τα θαύματα έχουν μια συγκλονιστική απλότητα. Κοντινό στο ένα βλέμμα, κοντινό στο άλλο, cut, και το θαύμα έχει γίνει. Αυτό είναι το πραγματικό μεγαλείο». Με οδηγό, λοιπόν, τον Παζολίνι και τις αρχές του Cinema de la Poesia, εκτέλεσε τη σκηνή του θαύματος στο τέλος του «Δεκαπενταύγουστου». Μια λήψη στο βλέμμα του αγοριού, μια στο βλέμμα της μητέρας και μια στο ιαθέν σώμα του κοριτσιού. «Δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω». Ετσι κι αλλιώς πώς μπορούμε να ορίσουμε το θαύμα; Θαύμα μπορεί να είναι η τύχη. Ή η αλληλουχία εκείνων των γεγονότων που μας οδηγούν σε δημιουργικές εκλάμψεις – στην τέχνη αλλά και στη ζωή. Θαύμα ήταν η τελική πινελιά που έβαλε στο κουίρ, μεσαίου μήκους φιλμ «Caught Looking», το οποίο γύρισε στην Αγγλία το 1992 και μνημονεύεται ακόμη και σήμερα ως «μπροστά από την εποχή του».

Βαθιά πίστη, βαθιά Αθήνα-2
Η ιστορία της οικογένειας (Ελένη Καστάνη και Ακύλλας Καραζήσης) με το άρρωστο κορίτσι είναι η αγαπημένη του Κωνσταντίνου Γιάνναρη από τον «Δεκαπενταύγουστο».

Βαθιά προσωπική υπόθεση, λοιπόν, όπως και η πίστη. Ο Γιάνναρης, μέσα από τον «Δεκαπενταύγουστο», ήθελε να μπει στη θέση των γονιών του που ήταν θρησκευόμενοι. «Η μητέρα μου, προς το τέλος της ζωής της, μου έλεγε “θέλω να πεθάνω αλλά δεν θέλω να παραδώσω την ψυχή μου”. Αυτή η αντίληψη για το ιερό της ζωής με εντυπωσίαζε στους γονείς μου».

Θεωρεί πως είναι μια ταινία-ύμνος στη γυναίκα και στις διάφορες αναπαραστάσεις της: τη μητέρα, τη γυναίκα που προσπαθεί να γίνει μητέρα, τη γυναίκα ως Παναγία.

Χωρίς δεύτερη σκέψη απαντά πως από τις τρεις σπονδυλωτές αφηγήσεις αγάπησε περισσότερο εκείνη της οικογένειας (Ακύλλας Καραζήσης, Ελένη Καστάνη) με το άρρωστο κορίτσι. «Στη μια ιστορία, η ψεύτικη, δήθεν γιάπικη στόφα του άνδρα (Αιμίλιος Χειλάκης) διαλύεται και η μεγαλοαστή (Αριέττα Μουτούση) φεύγει μόνη. Στην άλλη, τα δύο “φρικιά” (Θεοδώρα Τζήμου, Μιχάλης Ιατρόπουλος) έχουν την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσουν να ζήσουν μια ανέμελη ζωή». Η οικογένεια, όμως, δεν καταρρέει. «Θα υποστεί στη μέση ένα σφοδρότατο πλήγμα, αλλά ενώνεται πάλι, ενώ οι άλλοι διαλύονται».

Στην Κυψέλη

Επιστροφή στην πόλη και στα διαμερίσματα όπου εκτυλίσσεται η «πραγματική» ζωή των ηρώων, πριν βουτήξουν στο μεταφυσικό ταξίδι του «Δεκαπενταύγουστου». Είκοσι πέντε χρόνια μετά, ο Γιάνναρης θα έβλεπε αυτές τις αμιγώς ελληνικές φιγούρες στην Κυψέλη, σε μια από τις πολυκατοικίες στη συμβολή των οδών Σικίνου και Λέλας Καραγιάννη όπου τον συναντήσαμε. Σε ένα σημείο της πόλης με μια «έντονη διαστρωμάτωση», με «κόσμο λαϊκό, αλλά και με φρικιά». Αυτό το μείγμα διατηρεί τη γοητεία του, παρατηρεί. «Βρίσκεις την ομορφιά της αθηναϊκής πολυκατοικίας του Μεσοπολέμου που τόσο έχει κατηγορηθεί. Αυτή η πολυκατοικία, όμως, διασφαλίζει και μια αίσθηση κοινωνικής συνοχής».

Ο διαταξικός χαρακτήρας της γειτονιάς εντοπίζεται και στον ανθρωπολογικό καμβά της ταινίας: λαϊκοί, μικροαστοί, μπουρζουάδες. Πώς θα διαπερνούσε αυτές τις –τότε ανυποψίαστες– μορφές η δίνη της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας; «Η δομή της πόλης ήταν και ένας από τους λόγους που δεν τινάχθηκε η χώρα στον αέρα», πιστεύει ο σκηνοθέτης, ακόμη κι αν πια η Αθήνα είναι πιο «βίαιη» και «επικίνδυνη». «Διατηρήθηκε, όμως, μια ανθρώπινη επαφή. Ισως ακόμη και ο “εχθρός” από κοντά να είναι αλλιώς από όταν βρίσκεται σε απόσταση. Οταν είναι δίπλα σου, δείχνεις μεγαλύτερη κατανόηση».

Βαθιά πίστη, βαθιά Αθήνα-3
Ο Κώστας Κοτσιανίδης στον ρόλο του διαρρήκτη που τριγυρνάει στα άδεια αθηναϊκά σπίτια των πρωταγωνιστών που έχουν φύγει από την πρωτεύουσα.

Ο Γιάνναρης έγραψε το σενάριο του «Δεκαπενταύγουστου» μέσα σε έξι εβδομάδες και τα γυρίσματα της ταινίας έλαβαν χώρα στη διάρκεια του καλοκαιριού. «Πάντα καλοκαίρι γυρίζω τις ταινίες μου, ίσως γιατί θέλω να βασανιζόμαστε», λέει με χιούμορ. Ανακαλεί τη σκηνή στο πανηγύρι στην Παναγία Σουμελά, όπου η οικογένεια ψάχνει μέσα στο πλήθος τη μικρή κόρη που έχει εξαφανιστεί. «Βγήκε κάτι το διονυσιακό. Με είχαν μαγέψει οι ποντιακοί χοροί. Αυτό το καθαρά πολεμικό τους στοιχείο. Από εκεί εκκινεί ένα όργιο μουσικής και κίνησης». Ενα ντελίριο που, όπως αφηγείται, εκτροχίασε και το χρονοδιάγραμμα και προκάλεσε την οργή του παραγωγού.

Γύρισμα στον καύσωνα

Κι αν έχετε την απορία πώς είναι να κάνεις κινηματογραφικό γύρισμα εν μέσω καύσωνα, στον Κάμπο, θυμηθείτε τις σκηνές της τετραμελούς οικογένειας μέσα στο στενό της αυτοκίνητο. «Είναι ντάλα μεσημέρι, είμαστε κοντά στο Λιανοκλάδι, έχει πάνω από 45 βαθμούς Κελσίου. Ο φωτογράφος έκανε πολύ καλή δουλειά, αλλά, καθότι προερχόμενος από τον χώρο της διαφήμισης, ήθελε να φωτίζει τα πάντα», θυμάται ο σκηνοθέτης. «Είχαμε πέντε ώρες την οικογένεια μέσα στο αμάξι, με φώτα πάνω τους. Αναγκάστηκα να τον κυνηγήσω με πέτρες για να ολοκληρώσει».

Σήμερα δεν θα άλλαζε τίποτα στην ταινία. «Πιο πολύ με απασχολούν οι ταινίες που δεν άγγιξαν και προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω το γιατί». Για τον ίδιο, άλλωστε, ο «Δεκαπενταύγουστος» είναι ένα «breakthrough commercial film» ή μια «μεϊνστριμίλα», όπως χαρακτηριστικά λέει. Πώς έχει αλλάξει το μέινστριμ 25 χρόνια μετά; «Σήμερα, η “μεϊνστριμίλα” θα ήταν πιο έκφυλη, πιο λουμπενοποιημένη». Καμία αναθεώρηση, λοιπόν, στην ταινία, μόνο μια υπενθύμιση προς τον παραγωγό ότι του «χρωστάει» μια κόπια.