Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων

Φόρτωση Text-to-Speech…

«ΟΙ ΣΕΛΙΩΤΕΣ είναι μια φυλή από μόνη της», θα πει ο «καθηγητής» Γιάννης Ζαμάνης, πριν σερβίρει το σαλέπι στα φλιτζάνια, σε ένα μπαλκόνι του Σελίου. «Ξεβλαχέψαμε», θα συνεχίσει με χιούμορ, για να περιγράψει το χωριό του, ένα βλαχοχώρι που έχει γίνει θερινός προορισμός για τους Βλάχους της γύρω περιοχής, αλλά και θέρετρο για επισκέπτες που αναζητούν δροσιά μέσα στους καύσωνες. Τον χειμώνα, το χωριό παραμένει ζωντανό. Στην απογραφή του 2021 το Σέλι Ημαθίας κατέγραψε αύξηση πληθυσμού κατά 257%. Από 75 κατοίκους το 2011 σε 286 το 2021. Τους θερινούς μήνες ο πληθυσμός αγγίζει τους 5.000 κατοίκους, ενώ το βλαχοχώρι μετράει σήμερα 1.500 σπίτια. «Μια ολόκληρη πόλη», αναφωνεί ο καθηγητής για να ξεδιπλώσει την άγρια ρίγανη, που μάζεψε στις πλαγιές, επάνω στο τραπέζι.

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-1
O καθηγητής Γιάννης Ζαμάνης ξεδιπλώνει την Ιστορία του Σελίου. [Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης]

«Προχθές το βράδυ είχαμε επτά βαθμούς. Σε αυτά τα υψόμετρα δεν έχουμε άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα. Εδώ έχουμε καλοκαίρι, χειμώνα και ξαφνικά πάλι καλοκαίρι», περιγράφει το κλίμα του Βερμίου ο πρώην καθηγητής του ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Στα 1.400 μέτρα υψόμετρο, εκεί όπου το Βέρμιο ανοίγει σε μεγάλα ξέφωτα και τα σύννεφα αλλάζουν τον καιρό μέσα σε λίγα λεπτά, το Σέλι δεν είναι ένας τόπος που ανακαλύφθηκε πρόσφατα από τον τουρισμό.

Εδώ χτυπάει μία από τις σημαντικότερες κοιτίδες του βλάχικου Eλληνισμού, συν το ότι από αυτές τις πλαγιές γεννήθηκε το ελληνικό σκι.

Εδώ η Ιστορία εξακολουθεί να κατοικεί στα σπίτια, στις αυλές και στα μονοπάτια. Στους ανθρώπους που επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι από τη Βέροια, τη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα, όχι επειδή αναζητούν μια εξοχική κατοικία, αλλά επειδή αισθάνονται ότι επιστρέφουν στο σπίτι τους. Το πρωί, το χωριό ξυπνάει αργά. Από κάποιο μπαλκόνι ακούγονται βλάχικα, λίγο πιο κάτω ελληνικά. «Το ένα σπίτι μπαίνει μέσα στο άλλο», λέει ο κ. Ζαμάνης για να περιγράψει τη γειτονιά, καμιά φορά στα όρια της αδιακρισίας, σχολιάζει, ενώ γείτονες κρυφοκοιτάζουν από το διπλανό μπαλκόνι.

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-2
Ο οικισμός του Σελίου Ημαθίας, με 1.500 σπίτια, έχει ξαναγεννηθεί από τους Βλάχους. [Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης]
Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-3
Aπομεινάρια μιας εποχής στη θρυλική ταβέρνα του Καραφώλα. [Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης]

ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ

«Εδώ χτυπάει μία από τις σημαντικότερες κοιτίδες του βλάχικου Ελληνισμού, συν το ότι από αυτές τις πλαγιές γεννήθηκε το ελληνικό σκι», ανατρέχει ο κ. Ζαμάνης στα τεφτέρια του για να εξιστορήσει εν συντομία την Ιστορία του τόπου. «Η Ιστορία του Σελίου Ημαθίας αρχίζει πολύ πριν αποκτήσει σπίτια, πλατείες ή εκκλησίες. Πολύ πριν εμφανιστούν τα πρώτα πέδιλα του σκι στις πλαγιές του Βερμίου. Οι οικογένειές μας κατάγονται από το Συρράκο, την Αβδέλλα, τη Σμίξη, τη Σαμαρίνα, το Περιβόλι», αφηγείται ο καθηγητής Γιάννης Ζαμάνης, ο οποίος έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη της Ιστορίας των Βλάχων. «Το 1820, την εποχή του Αλή Πασά, ολόκληρες οικογένειες ξεκίνησαν να φύγουν κρυφά από τα χωριά τους. Περπατούσαν επτά ημέρες ασταμάτητα. Αν κάποιος πέθαινε στον δρόμο, του έριχναν πέτρες, έλεγαν ένα “Πάτερ Ημών” και συνέχιζαν. Δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Επρεπε να σωθούν οι υπόλοιποι».

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-4
Υπό την απειλή της κλιματικής αλλαγής το Σέλι αναζητεί μια άλλη ταυτότητα που θυμίζει την αρχική υπόστασή του και δεν σχετίζεται με τη χιονοδρομία. [Φωτογραφία: Αρχείο Στέργιου Ζυγουλιάνου]

Οι οικογένειες πέρασαν από την Κοζάνη, διέσχισαν τον Αξιό, έφτασαν μέχρι την Κασσάνδρα και για χρόνια συνέχισαν τη νομαδική ζωή τους, ανεβαίνοντας κάθε καλοκαίρι στα βουνά και κατεβαίνοντας τον χειμώνα προς τη θάλασσα. Το Σέλι υπήρξε αρχικά ένας θερινός οικισμός. Οι Βλάχοι ανέβαιναν με τα κοπάδια τους για να εκμεταλλευτούν τα πλούσια λιβάδια του Βερμίου. Τα τυροκομεία δούλευαν ασταμάτητα. Το μαλλί, τα δέρματα, οι κάπες και οι κουβέρτες αποτελούσαν περιζήτητα προϊόντα σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και στην Ευρώπη. «Οι Βλάχοι είχαν χρήματα γιατί προμήθευαν τους στρατούς. Το μαλλί, τα δέρματα, οι κάπες, όλα περνούσαν από τα χέρια τους», διηγείται ο κ. Ζαμάνης.

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-5
Η κ. Στέλλα Λέκκα, υπεύθυνη του λαογραφικού μουσείου του Σελίου. [Φωτογραφία: Aλέξανδρος Αβραμίδης]
Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-6
Παραδοσιακή η διακόσμηση στο σπίτι της Μαίρης Βέρρου, η οποία διατηρεί τις μνήμες της οικογένειάς της ζωντανές. [Φωτογραφία: Aλέξανδρος Αβραμίδης]

ΑΓΑΠΙΟΤΑΝ

«Για πολλές δεκαετίες το χωριό ζούσε μόνο τους θερμούς μήνες του χρόνου. «Το Σέλι ήταν κατοικήσιμο έξι μήνες μόνο», εξηγεί η Στέλλα Λέκκα, υπεύθυνη του λαογραφικού μουσείου. «Τον υπόλοιπο χρόνο οι οικογένειες κατέβαιναν στον κάμπο, οι Βλάχοι ήταν νομάδες, και με κάποιον τρόπο ακόμη είναι». Σήμερα, μέσα στο μικρό μουσείο, οι ιστορίες εκείνης της εποχής έχουν αποκτήσει υλική μορφή. Υφαντά, κιλίμια, ποδιές, αργαλειοί, σοφράδες, ξύλινα σκεύη, φωτογραφίες και γυναικείες φορεσιές γεμίζουν τις αίθουσες. Σχεδόν όλα έχουν προσφερθεί από τις ίδιες τις οικογένειες του χωριού. «Ερχονται άνθρωποι, βλέπουν μια φωτογραφία και λένε “αυτός είναι ο παππούς μου”, “αυτή είναι η γιαγιά μου”», λέει η Στέλλα Λέκκα.

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-7
Η «αρχόντισσα» Μαίρη Βέρρου χορεύει με τη φίλη της Κατερίνα Παπαδοπούλου-Περδίκη, επίσης βλάχικης καταγωγής από το Σέλι, στο παραδοσιακό σπίτι της. [Φωτογραφία: Aλέξανδρος Αβραμίδης]
Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-8
Τα στέφανα και τα υφαντά πάνω από το κρεβάτι. [Φωτογραφία: Aλέξανδρος Αβραμίδης]

Στην άλλη άκρη του χωριού, σε ένα «βλάχικο» σπίτι, η Μαίρη Βέρρου θυμάται μια εποχή που όλα αυτά δεν ήταν εκθέματα. Γεννημένη το 1938, έζησε τον πόλεμο, την Κατοχή, την κτηνοτροφική ζωή και τις μεγάλες βλάχικες οικογένειες. Θυμάται τα κοπάδια, τα γλέντια, τους γάμους που κρατούσαν μέρες, αλλά και τις δυσκολίες μιας ζωής που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητη. «Οι γυναίκες Βλάχες πάντα φορούσαν μακριά ρούχα με τη μαντίλα τους. Ηταν πάντοτε ντυμένες, νοικοκυρεμένες, ακόμη και αυτές που ήταν φτωχές. Γίνονταν οι γάμοι, αλλά επειδή τα σπίτια δεν ήταν πολύ μεγάλα και δεν χωρούσαν πολύ κόσμο, πήγαιναν να γλεντήσουν και δίπλα. Χοροί, πράματα, ωραία πράματα ήταν τότε, κιμπάρικα, κι ο κόσμος τότε αγαπιόταν», αναπολεί το παρελθόν η αρχόντισσα του Σελίου.

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-9
Σχεδόν έναν αιώνα ζωής μετράει ο Σταύρος Πλατίτσας, ο «άνθρωπος που έμαθε την Ελλάδα σκι». [Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης]

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΟ

Στη νεότερη ιστορία του το Σέλι έγινε το φυσικό εργαστήριο του αθλήματος της χιονοδρομίας στην Ελλάδα. Η γεωμορφολογία του Βερμίου, οι μεγάλες, ανοιχτές πλαγιές και η ποιότητα του χιονιού άρχισαν να προσελκύουν τους πρώτους λάτρεις του σκι. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκαν οι πλαγιές για την εκπαίδευση στρατιωτικών μονάδων, ενώ λίγο αργότερα οι ορειβατικοί σύλλογοι της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας ανακάλυψαν ότι το Σέλι διέθετε όλα όσα χρειάζονταν για να εξελιχθεί στο πρώτο οργανωμένο χιονοδρομικό κέντρο της χώρας. Ο άνθρωπος που ενώνει σχεδόν έναν αιώνα αυτής της ιστορίας είναι ο πρώην πρωταθλητής χιονοδρομίας, Σταύρος Πλατίτσας. Λίγοι γνωρίζουν το Σέλι όσο εκείνος. Μετρώντας σχεδόν έναν αιώνα ζωής, θυμάται το χωριό πριν αποκτήσει αναβατήρες, πριν φτάσουν οι πρώτοι εκδρομείς, όταν στις πλαγιές του Βερμίου κυριαρχούσαν τα κοπάδια. «Τότε υπήρχαν περίπου 50.000 πρόβατα», λέει. «Το βουνό ήταν γεμάτο ζωή. Τα πρώτα σκι δεν αγοράζονταν. Τα φτιάχναμε μόνοι μας. Από κορμούς δέντρων. Μαθαίναμε πέφτοντας. Υστερα πήγα στην Αυστρία, εκπαιδεύτηκα και γύρισα πίσω, γιατί ήθελα να μάθουν κι άλλα παιδιά να κάνουν σκι». Χαμογελάει όταν μιλάει για εκείνα τα χρόνια. «Το Σέλι είχε τις καλύτερες πίστες. Το χιόνι κρατούσε περισσότερο από παντού».

to-therino-antamoma-ton-vlachon-564336583

«Η φήμη του χωριού εξαπλώθηκε γρήγορα. Οι πανελλήνιοι αγώνες διοργανώνονταν εδώ, αθλητές από όλη τη χώρα ανέβαιναν στο Βέρμιο και η βασιλική οικογένεια επισκεπτόταν συχνά το χιονοδρομικό, συμβάλλοντας στην προβολή του. Οι κουβέντες όμως επιστρέφουν διαρκώς σε όσα δεν έγιναν. Ο εκατοντάχρονος θρύλος του σκι σηκώνει το χέρι και δείχνει προς το μεγάλο, εγκαταλελειμμένο κτίριο πάνω από τις πίστες, το λιφτ που δεν λειτουργεί πια τα καλοκαίρια. «Βλέπεις εκεί; Πενήντα χρόνια έτσι είναι. Θα μπορούσε να είναι το καλύτερο χιονοδρομικό της Ελλάδας. Εχει περισσότερες πίστες από πολλά άλλα, κρατάει χιόνι, αλλά αγνοήθηκε». Η κλιματική αλλαγή μειώνει τις ημέρες με χιόνι, ο ανταγωνισμός μεγαλώνει και το χωριό καλείται να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του ως ένας προορισμός που θα ζει όλες τις εποχές του χρόνου.

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-10
Η Ελένη Καραφώλα ήρθε στο Βέρμιο ως σκιέρ και έγινε «νύφη». Αφησε τη Νέα Υόρκη για το Σέλι, όπως λέει η ίδια, ενώ σήμερα θυμάται ακόμη τις ιστορίες του πεθερού της, Κώστα Καραφώλα. [Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης]

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ

To χωριό ζει ακόμη μέσα από τους θρύλους του. Λίγα μέτρα πιο πέρα, η Ελένη Καραφώλα θυμάται τις ιστορίες που της έλεγε ο πεθερός της και ιδρυτής της ομώνυμης φημισμένης ταβέρνας και ψησταριάς. Από 1953 η ψησταριά έχει γράψει τη δική της ιστορία στο Σέλι. Από τα τραπέζια της έχουν περάσει όλοι οι ηθοποιοί του ελληνικού κινηματογράφου, οι μεγαλύτεροι τραγουδιστές αλλά και σημαντικές προσωπικότητες της πολιτικής. «Ο πεθερός μου μού έλεγε πως μια εποχή άλλαζαν τις φωτογραφίες στους τοίχους ανάλογα με το ποιος ερχόταν εδώ, τη μια ο βασιλιάς, την άλλη ο Παπαδόπουλος. Ολοι πέρασαν από εδώ».

to-therino-antamoma-ton-vlachon-564357418

Η Ελένη έφθασε στο Σέλι με ένα τροχόσπιτο για να κάνει σκι και παρέμεινε στο χωριό ως «νύφη», όπως λέει γελώντας. «Οταν ζεις χρόνια στην Αμερική», λέει, «εδώ εκτιμάς διαφορετικά αυτά που θεωρούμε δεδομένα. Την ησυχία, τον καθαρό αέρα, το ότι γνωρίζεις όλους με το μικρό τους όνομα. Αυτά δεν αγοράζονται. Οι περισσότεροι με ρωτούσαν γιατί να φύγω από την Αμερική και να έρθω εδώ. Για εμένα το ερώτημα ήταν το αντίθετο. Γιατί να μην επιστρέψω; Εδώ είναι οι ρίζες μου». Η ίδια σχολιάζει ότι ο κόσμος που επισκέπτεται πλέον το Σέλι ζητάει αυθεντικές εμπειρίες. «Δεν θέλει μόνο να φάει ή να κοιμηθεί. Θέλει να περπατήσει στο βουνό, να γνωρίσει τους ανθρώπους, να ακούσει ιστορίες. Αυτό είναι το μεγάλο κεφάλαιο του Σελίου».

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-11
Επισκέπτες στο Σέλι το 1931. [Φωτογραφία: Aρχείο Στέργιου Ζυγουλιάνου]

ΕΝΑ ΖΩΝΤΑΝΟ ΧΩΡΙΟ

«Να μην ξεχνάμε πως το Σέλι ήταν καλοκαιρινός τόπος», τονίζει από πλευράς του ο Γιάννης Ζαμάνης. «Οι Βλάχοι ανέβαιναν εδώ με τα πρόβατα. Είχαν τα τυροκομεία τους, τα κοπάδια τους. Ο χειμώνας μάς έβρισκε αλλού. Δεν ήρθε κανείς εδώ επειδή είχε χιόνι. Ηρθαμε γιατί αυτό ήταν το βουνό μας».

Για τον πρόεδρο της κοινότητας του Σελίου, Γιώργο Φαρσαλωτό, «το βουνό πρέπει να γίνει προορισμός τεσσάρων εποχών. Ετοιμάζονται μονοπάτια που θα συνδέουν το Σέλι με το Ξηρολίβαδο, αναπτύσσουμε διαδρομές για mountain bike και σχεδιάζουμε ακόμη και προσβάσιμο μονοπάτι για ανθρώπους με αναπηρία. Ο επισκέπτης πρέπει να έχει λόγο να έρθει εδώ και τον Μάιο και τον Οκτώβριο, όχι μόνον όταν χιονίζει», εκφράζει παράλληλα και την ανησυχία του.

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-12
Ο οικισμός του Σελίου ζωντάνεψε ξανά μετά την COVID. Τον χειμώνα οι κάτοικοι είναι περίπου 280 σε αριθμό. [Φωτογραφία: Aλέξανδρος Αβραμίδης]

«Θέλω ένα χωριό που να έχει όλα όσα χρειάζεται ένας άνθρωπος για να αισθάνεται ασφαλής. Γι’ αυτό και έχουμε τα πάντα, παιδικές χαρές, πάρκα, γιατρό το καλοκαίρι, δωρεάν Ιντερνετ, drone Πολιτικής Προστασίας. Και ταυτόχρονα μια κοινότητα ανοιχτή, που υποστηρίζει όποιον θέλει να επενδύσει σε μια μικρή ξενοδοχειακή μονάδα, σε μια επιχείρηση εστίασης ή σε κάποια άλλη τουριστική δραστηριότητα. Να ξέρει ότι εδώ υπάρχει ένα ζωντανό χωριό».

Αν ένα παιδί αγαπήσει το βουνό, θα επιστρέψει κάποτε σε αυτό. Αυτός είναι ο στόχος μας. Να μη χαθεί η σχέση της επόμενης γενιάς με τον τόπο.

«Αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο είναι ότι οι πρόεδροι των ορεινών κοινοτήτων δεν έχουν την αυτονομία που χρειάζονται. Για το παραμικρό πρέπει να απευθυνόμαστε στον δήμο ή στην περιφέρεια. Με έναν μικρό δικό μας προϋπολογισμό θα λύναμε πολλά προβλήματα πιο γρήγορα και πιο οικονομικά. Εμείς είμαστε η πρώτη γραμμή. Εμείς ζούμε τα προβλήματα κάθε μέρα. Το Σέλι είναι το μεγαλύτερο βλαχοχώρι της Ελλάδας μετά το Μέτσοβο», λέει με υπερηφάνεια. «Αν ένα παιδί αγαπήσει το βουνό, θα επιστρέψει κάποτε σε αυτό. Αυτός είναι ο στόχος μας. Να μη χαθεί η σχέση της επόμενης γενιάς με τον τόπο».

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-13
Ο Στέργιος Ζυγουλιάνος, συλλέκτης φωτογραφιών, έχει στα χέρια του ένα σημαντικό αρχείο του Σελίου. [Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης]

ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΣΤΙΓΜΩΝ

Σε ένα σπίτι στην άκρη του χωριού, εκατοντάδες παλιές φωτογραφίες ταξινομημένες σε κουτιά και φακέλους λένε την Ιστορία του τόπου. Εδώ και 14 χρόνια ο συλλέκτης Στέργιος Ζυγουλιάνος αγοράζει και διασώζει φωτογραφίες από δημοπρασίες σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι περισσότερες αφορούν τη Βέροια, όμως μια ξεχωριστή θέση κατέχει το Σέλι, το χωριό από το οποίο κατάγεται.

to-therino-antamoma-ton-vlachon-564376972

«Ηθελα αρχικά να μοιράζομαι τις φωτογραφίες στο Διαδίκτυο», λέει. «Σήμερα έχω περίπου 2.000 φωτογραφίες, όλες αγορασμένες από δημοπρασίες. Δεν είναι φωτογραφίες που μου χάρισαν. Τις αναζητώ, τις αποκτώ και προσπαθώ να τις επιστρέψω στην κοινωνία». Η σελίδα που δημιούργησε με τίτλο «Παλιές φωτογραφίες της Βέροιας» αριθμεί πλέον περισσότερα από 20.000 μέλη, ενώ το υλικό του χρησιμοποιείται σε εκθέσεις, ντοκιμαντέρ, εκδόσεις και ιστορικές έρευνες. «Ψάχνοντας μια φωτογραφία, ανακαλύπτεις ιστορίες που κανείς δεν γνώριζε», λέει στην «Κ». «Ετσι βρέθηκαν στοιχεία για ανθρώπους και γεγονότα που είχαν σχεδόν ξεχαστεί. Εδώ έγινε ο πρώτος αγώνας χιονοδρομίας το 1934, εδώ δημιουργήθηκε το ξενοδοχείο “Ξενία”, εδώ ερχόταν ο βασιλιάς Παύλος και αργότερα ο Κωνσταντίνος. Και ο Παπαδόπουλος έχει περάσει από εδώ, και η Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-14
Καρτ ποστάλ από τις ένδοξες ημέρες του Σελίου. [Αρχείο Στέργιου Ζυγουλιάνου]
Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-15
Η Κωνσταντίνα Λέκκα προσπαθεί να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην παράδοση και στη νέα εποχή μέσα από τον Πολιτιστικό Τουριστικό Σύλλογο Σελίου. [Φωτογραφία: Aλέξανδρος Αβραμίδης]

ΔΥΟ ΔΡΟΜΟΙ

Πίσω στη βεράντα του κ. Ζαμάνη, με αφράτη τυρόπιτα και τσάι από βότανα με κανέλα, η κουβέντα στρέφεται στο αύριο. «Υπάρχουν δύο δρόμοι», λέει. «Ο ένας είναι να μείνει το Σέλι ένα ήσυχο χωριό για όσους έχουν εδώ τα σπίτια τους. Ο άλλος είναι να γίνει ένας τόπος που θα ζει και από τον τουρισμό, με ορειβασία το καλοκαίρι και σκι τον χειμώνα. Το δύσκολο είναι να βρεθεί η χρυσή τομή. Οι παλαιότεροι θέλουν το μέρος αποκλειστικά για εκείνους, οι νεότεροι θέλουν και τουρισμό».

Η Κωνσταντίνα Λέκκα ανήκει σε μια νεότερη γενιά που θέλει να δώσει μια νέα ταυτότητα στον τόπο. Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται πίσω από την προσπάθεια αναζωογόνησης του χωριού μέσα από τον Πολιτιστικό Τουριστικό Σύλλογο Σελίου, του οποίου είναι πρόεδρος. Μιλάει για μια νέα γενιά που αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. «Οταν αναλάβαμε τον σύλλογο», λέει, «θέλαμε να σταματήσει το Σέλι να ζει μόνο τον Δεκαπενταύγουστο. Θέλαμε να υπάρχουν και παραδοσιακές εκδηλώσεις, αλλά δράσεις για τα παιδιά, δραστηριότητες που να φέρνουν τον κόσμο πίσω. Να αποκτήσει ξανά ζωή ο τόπος».

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-16
Ο καθηγητής Γιάννης Παπαδόπουλος στο γκρεμισμένο πλέον κτίριο του «Ξενία», στο Σέλι. Πολλοί ήταν οι μνηστήρες του, αλλά το ξενοδοχείο παραμένει ερημωμένο. [Φωτογραφία: Aλέξανδρος Αβραμίδης]
Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-17
Αποψη του λιφτ στο Σέλι. [Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης]

«Το Σέλι δεν είναι ο Δεκαπενταύγουστος», λέει και ένας άλλος εκπρόσωπος της νέας γενιάς Βλάχων που επιστρέφουν στον τόπο τους, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, επίκουρος καθηγητής Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής στο ΑΠΘ, καθώς κοιτάζει τις κορυφές του Βερμίου. «Ετσι το έμαθε ο περισσότερος κόσμος. Ενα χωριό που γεμίζει για δύο ημέρες και μετά αδειάζει. Αλλά δεν είναι έτσι. Το χωριό είναι ζωντανό».

Ερχομαι για να ακούσω τις ιστορίες του παππού μου. Αυτές είναι που έχουν αξία. Αυτές δεν υπάρχουν πουθενά αλλού.

«Δεν έρχομαι στο Σέλι για να φάω σουβλάκια», λέει αστειευόμενος. «Ερχομαι για να ακούσω τις ιστορίες του παππού μου. Αυτές είναι που έχουν αξία. Αυτές δεν υπάρχουν πουθενά αλλού». Μας οδηγεί σε ένα μονοπάτι έξω από το χωριό. Δείχνει μια χαράδρα. «Αυτή είναι η Τρύπα του Μιχάλη. Ολοι εδώ μεγαλώσαμε με ιστορίες γι’ αυτό το μέρος. Αυτοί είναι οι θησαυροί του τόπου. Οχι μόνο τα κτίρια ή οι πίστες. Εχει μονοπάτια, δάση, αρκούδες, λύκους, βότανα, ανθρώπους που ξέρουν κάθε πέτρα του βουνού. Αυτός είναι ο πλούτος του».

Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-18
Αρκετά χρόνια πριν, τη δεκαετία του ’70, μια καλοκαιρινή διασκέδαση ήταν και η βόλτα με το λιφτ, στο Χιονοδρομικό Κέντρο Σελίου. [Φωτογραφία: Αρχείο Στέργιου Ζυγουλιάνου]
Το θερινό αντάμωμα των Βλάχων-19
Πανοραμική εικόνα του χωριού, τέλη της δεκαετίας του ’60. [Φωτογραφία: Αρχείο Στέργιου Ζυγουλιάνου]

Λίγο πριν φύγουμε, ο κ. Ζαμάνης γεμίζει σακούλες με άγρια ρίγανη για να πάρουμε μαζί μας στην πόλη. Βρίσκει αφορμή για να φιλοσοφήσει. «Ξέρεις ποια είναι η διαφορά του βουνού από τον κάμπο; Εδώ μαθαίνεις να ζεις με όσα έχεις. Να μη φοβάσαι. Να ξέρεις ότι η φύση θα σε δοκιμάσει. Αυτό έκανε πάντα τους ανθρώπους του βουνού πιο σκληρούς».

Και συνεχίζει. «Οι Βλάχοι δεν έχουν φόβο. Δηλαδή ξεκινούσε ο Βλάχος να πάει στο δάσος νύχτα και δεν φοβόνταν. Και τώρα ακόμη μαθαίνω τα εγγόνια μου να περπατάνε νύχτα, να μη φοβούνται. Επίσης οι Βλάχοι είναι πολύ πονηροί, δεν ξεγελιούνται. Αυτό που θέλω να ξέρετε όλοι σας είναι αυτό που λένε κάτω στον κάμπο. «Είδες Βλάχο; Σε είδε πρώτος».

Το Σέλι δεν χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο. Χρειάζεται μόνο να θυμηθεί ποιο είναι.

Καθώς σουρουπώνει, η θερμοκρασία αρχίζει ήδη να πέφτει. Οι κυρίες του Σελίου έχουν ήδη ρίξει τα πλεκτά ζακετάκια στους ώμους τους. Οι παρέες μεταφέρονται από τα προαύλια στα σαλόνια. Σε κάποια σπίτια καίνε ήδη οι σόμπες. Από κάποιο σπίτι ακούγονται βλάχικα. Από ένα άλλο, παιδικές φωνές. Tο μέλλον δεν είναι δεδομένο. Η κλιματική αλλαγή απειλεί το χιόνι, οι νέοι αναζητούν δουλειές στις πόλεις και οι μικρές κοινότητες δοκιμάζονται όσο ποτέ άλλοτε. «Το Σέλι δεν χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο», λέει λίγο πριν αποχαιρετιστούμε ο Γιάννης Παπαδόπουλος. «Χρειάζεται μόνο να θυμηθεί ποιο είναι».