Φόρτωση Text-to-Speech…

Αν η τηλεοπτική ειδησεογραφία ήταν αμιγώς ειδησεογραφική, δεν θα χρειαζόταν πρόσωπα. Θα βλέπαμε απλώς τις ειδήσεις σε τίτλους και σε συνοπτικά κείμενα να διατρέχουν την οθόνη συνοδεία σχετικών εικόνων, και αυτό θα ήταν όλο. Η ύπαρξη παρουσιαστών, τηλεοπτικών δημοσιογράφων και ρεπόρτερ σε ζωντανή σύνδεση εξυπηρετεί τη σκοπιμότητα ενός περφόρμανς· επιτελεί μια συγκινησιακή δραματοποίηση της είδησης, η οποία εμπλέκει στο δρώμενό της και τους θεατές. Ετσι, ένα ρεπορτάζ δεν είναι μόνο ένα ρεπορτάζ· εφόσον παρουσιάζεται επωνύμως και μάλιστα σε πραγματικό χρόνο, είναι κατά κάποιον τρόπο μια παράσταση, η σκηνοθεσία της οποίας αντιστοιχεί αναγκαστικά στο θέμα. Σ’ αυτό αποσκοπεί μια τέτοια δημοσιογραφική κάλυψη: ο τηλεθεατής όχι μόνο να ενημερωθεί, αλλά να συναισθανθεί αυτό που συμβαίνει, να νιώσει μέρος του. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, όπως δεν μπορείς να ευχηθείς καλή χρονιά κλαίγοντας, δεν μπορείς να εκπέμψεις από ένα φλεγόμενο τοπίο γελώντας. Το κοινό αίσθημα αποσυντονίζεται, η πειστικότητα του περφόρμανς διαρρηγνύεται και ο τηλεθεατής νιώθει πως η τηλεόραση τον κοροϊδεύει.
Μεταίχμιο
Ακόμη, όμως, και στις γνησίως δραματικές στιγμές της, η τηλεόραση παραμένει φτιαχτό θέαμα. Οι επαγγελματίες της δεν συμμερίζονται απαραιτήτως την αίσθηση που αποκομίζει από τον καναπέ του ο αποδέκτης, αλλά δουλεύουν για αυτήν, διατηρώντας ο καθένας τα δικά του συναισθήματα της στιγμής, τα οποία πιθανόν να διαφοροποιούνται από το κυρίως θέμα. Τα συναισθήματα αυτά καταπιέζονται προσφυώς εν ώρα εργασίας, αλλά όχι πάντα. Η ρεπόρτερ Μαρία Σιαμπάνου, που «πιάστηκε» να γελάει νευρικά καθώς μετέδιδε τις εξελίξεις από το πύρινο μέτωπο στα Μέγαρα και έγινε γι’ αυτό στόχος επιθέσεων, πρόδωσε με μια μεταιχμιακή κίνηση αθέλητου αυθορμητισμού τη διπλή πραγματικότητα του μέσου: το χάσμα ανάμεσα στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Δεν είναι ανάλγητο ή απαθές άτομο η ρεπόρτερ· κανονικός άνθρωπος είναι. Και ένας κανονικός άνθρωπος που παρακολουθεί επί ώρες μια κρίση από κοντά, δεν είναι δυνατόν να διατηρήσει τα επίπεδα συναισθηματικής προσήλωσης που διατηρούν οι θεατές για τα δύο ή τρία λεπτά που θα αφιερώσουν στο θέμα.
Ανθρωποι και ρόλοι
Η τραγωδία δεν αντέχει σε καθεστώς μόνωσης. Κάποια στιγμή εμφιλοχωρούν σε αυτήν και άλλες αποχρώσεις του ανθρώπινου δράματος – το αστείο, το ευτράπελο, το παράδοξο. Η ρεπόρτερ που γέλασε τη λάθος στιγμή παραμένει άτομο ανεξάρτητο από το γεγονός που καταγράφει, ευάλωτο και σε άλλα ερεθίσματα. Μπορεί κάτι να είδε, κάτι να άκουσε, κάτι να της συνέβη και γι’ αυτό να ξέφυγε από τον ρόλο της τεθλιμμένης παρατηρήτριας, που η κοινωνικοτηλεοπτική σύμβαση ορίζει ότι πρέπει να ενσαρκώνει την ώρα της ζωντανής μετάδοσης ενός δυσάρεστου θέματος. Το on air ατύχημά της εμπίπτει πράγματι στη σφαίρα της αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς, όμως ως ολίσθημα είναι πολύ πιο φυσικό απ’ όσο φαντάζονται οι μη εξοικειωμένοι με τις σουρεαλιστικές συναισθηματικές μεταβάσεις που απαιτεί από τους ανθρώπους της η τηλεοπτική ειδησεογραφία. Το κοστούμι του ρόλου γλιστράει εύκολα.
Αποδιοπομπαίοςτράγος
Δεν είναι, όμως, μόνο η ηθική παράμετρος του νευρικού γέλιου αυτό που εξόργισε τους τηλεθεατές. Δεν είναι η εντύπωση πως η ρεπόρτερ γέλαγε τάχα με τον πόνο των ανθρώπων, ανίκανη να αντιληφθεί τη σοβαρότητα του θέματος που παρουσίαζε. Η τόσο έντονη ανάγκη για τηλεοπτική ευπρέπεια, μια ευπρέπεια που σε άλλες εκφάνσεις της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας δεν απαιτείται με την ίδια θέρμη, προκύπτει ως ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ίδιας της πυρκαγιάς. Η ρεπόρτερ λειτούργησε ως θρυαλλίδα ενός προϋπάρχοντος θυμού. Μια κοινωνία που παρακολουθεί ξανά και ξανά την ίδια καταστροφή να συντελείται μπροστά της, τα βάζει με όσους προσβάλλουν την εύθικτη ηθική της, για να μην τα βάλει με αυτό που πραγματικά της φταίει: τα ουσιαστικά αίτια της φυσικής καταστροφής, τους φυσικούς αυτουργούς και τον κρατικό μηχανισμό που αδυνατεί να οργανωθεί ικανοποιητικά είτε στο επίπεδο της πρόληψης είτε σ’ εκείνο της καταστολής. Η φωτιά που δεν τιθασεύεται ως επιχειρησιακό, κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα, μετατρέπεται σε ιερό θέαμα: όποιος προσβάλλει την ιερότητα, τιμωρείται.
Φρένο στην έκθεση
Η τηλεοπτική έκθεση ενέχει πάντα τον κίνδυνο του εξευτελισμού. Οι ατυχείς στιγμές των εκτιθέμενων υπόκεινται στη διάθεση του όχλου να της αναπαραγάγει και κάπως έτσι να τις καταστήσει αθάνατες, σαν μιμιδιομνημεία της συλλογικής μας εμπειρίας. Ισως, όμως, αυτή η βάναυση αναπαραγωγή του λάθους, υπό το καθεστώς μάλιστα εφαρμογών τύπου TikTok, που βασίζουν τη δημοτικότητά τους στην ανηλεή επανάληψη και στις βιαστικές κρίσεις, να είναι ένα σημάδι πως πρέπει να εξετάσουμε από την αρχή τη χρησιμότητα της δημόσιας έκθεσης και της άμεσης, «επιτόπιας» ανταπόκρισης, ιδίως όταν δεν είναι απαραίτητες. Η είδηση της πυρκαγιάς και οι παρεπόμενες πληροφορίες σχετικά με αυτήν μπορούν να κοινοποιηθούν και χωρίς αμήχανες, λεπτό προς λεπτό μεταδόσεις που, ούτως ή άλλως, σπανίως προσθέτουν κάτι νέο σε όσα ήδη γνωρίζουμε. Μια τηλεόραση λιγότερο εντυπωσιοθηρική και φλύαρη («από δω, είναι μια χαράδρα») και περισσότερο ουσιοκεντρική ίσως αποδειχθεί λιγότερο επιρρεπής στον διασυρμό προσώπων και στον εκχυδαϊσμό της ειδησεογραφίας.