Φόρτωση Text-to-Speech…
Την Τετάρτη 5 Αυγούστου, μετά από δύο χρόνια αστοχιών, παλινωδιών και διαφωνιών, είχαμε τα πρώτα καλά νέα για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Ελλάδας – ηπειρωτικής Ευρώπης (Great Sea Interconnector, GSI), το οποίο δεν αποκλείεται να συμπληρωθεί με τη συμμετοχή του Ισραήλ.
Πράγματι, από τον Ιούλιο του 2024, όταν το ιταλικό ερευνητικό σκάφος «Ievoli Relume» επιχείρησε για πρώτη φορά να κάνει έρευνες βυθού εκτός των 6 ν.μ. των ελληνικών χωρικών υδάτων, νοτίως της Κάσου, και παρενοχλήθηκε από τουρκικά πολεμικά πλοία, το έργο βρέθηκε για τουλάχιστον δύο λόγους σε τέλμα.
Κατά πρώτον, η Τουρκία είχε de facto αποκτήσει λόγο και ρόλο στον GSI, από τη στιγμή που είχε καταφέρει να δυσχεράνει τη διεξαγωγή ερευνών βυθού, οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για τη χάραξη της πορείας και την πόντιση του καλωδίου. Αυτού του τύπου οι έρευνες έχουν ολοκληρωθεί κατά 60%, με το 40% που υπολείπεται να αφορά στον χώρο μεταξύ Καρπάθου και Κύπρου. Η αστοχία συνίσταται στην εκτίμηση της ελληνικής πλευράς ότι η Τουρκία δεν επρόκειτο να αξιώσει, έστω και κατά παράβαση των κανόνων του δικαίου της θάλασσας, τη συγκατάθεσή της για τη διεξαγωγή των ερευνών βυθού. Ακόμη και αν είχαμε λάβει σχετικές διαβεβαιώσεις από την πλευρά της Αγκυρας, σε μια χρονική συγκυρία ύφεσης των διμερών εντάσεων, οφείλαμε να αναλογιστούμε πόσο το εν λόγω σχέδιο υπονομεύει τη συνολική αντίληψη της Τουρκίας περί «Γαλάζιας Πατρίδας».
Βάσει αυτού του δόγματος, η Αγκυρα θεωρεί ότι θα πρέπει να έχει λόγο για οποιαδήποτε συμφωνία και έργο λαμβάνουν χώρα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, καθώς επίσης και να γίνονται σεβαστές οι ακραίες θέσεις της περί οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Κάθε φορά που αυτή η παράλογη και μαξιμαλιστική αντίληψη αναιρείται εν τοις πράγμασι –όπως έχει συμβεί με τη συμφωνία τμηματικής οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, με τον καθορισμό ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου τον Νοέμβριο του 2025, αλλά και τις παραχωρήσεις της αμερικανικής Chevron νοτίως της Κρήτης, σε περιοχές που διεμβολίζουν το τουρκολιβυκό σύμφωνο–, η Αγκυρα θεωρεί ότι πρέπει να αντιδρά δυναμικά για να μην επιτρέψει περαιτέρω αμφισβήτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Εχει πάντως αποδειχθεί στο πρόσφατο παρελθόν ότι η ηγεσία της είναι ανάλογα με την περίσταση σχετικά προσεκτική και επιλεκτική ως προς αυτούς που τοποθετεί απέναντί της. Το 2018 είχε εμποδίσει ιταλικών συμφερόντων πλοίο-γεωτρύπανο ώστε να μην πραγματοποιήσει γεώτρηση στο τεμάχιο 3 της κυπριακής ΑΟΖ και το 2021 είχε παρενοχλήσει δύο φορές το ερευνητικό πλοίο «Nautical Geo», υπό σημαία Μάλτας, το οποίο πραγματοποιούσε γεωφυσικές έρευνες για λογαριασμό του αγωγού EastMed. Αλλά στο τεμάχιο 5 της Κύπρου, παρότι υποστηρίζει πως μέρος αυτού επικαλύπτεται με την τουρκική υφαλοκρηπίδα, δεν δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα στην κοινοπραξία ExxonMobil – QatarEnergy. Συνήθως δοκιμάζει τα όρια και ανάλογα με την αντίδραση που συναντάει, κινείται λιγότερο ή περισσότερο επιθετικά.
Η νέα μετοχική σύνθεση του GSI συρρικνώνει αισθητά τα περιθώρια προκλητικών κινήσεων από μεριάς της Αγκυρας, καθώς η Γαλλία διαθέτει εκτόπισμα και ισχυρά ενεργειακά, άρα και επιχειρηματικά συμφέροντα.
Υπό αυτήν την έννοια, η νέα μετοχική σύνθεση του GSI συρρικνώνει αισθητά τα περιθώρια προκλητικών κινήσεων από μεριάς της Αγκυρας, καθώς η Γαλλία διαθέτει εκτόπισμα, αξιοπρόσεκτη ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο και βέβαια ισχυρά ενεργειακά, άρα και επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία θέλει να προασπίσει. Αλλωστε, Παρίσι και Αγκυρα είναι ανταγωνιστικές δυνάμεις τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και στην περιοχή του Σαχέλ και της Δυτικής Αφρικής.
Το δεύτερο πρόβλημα του GSI σχετιζόταν με την οικονομική βιωσιμότητά του, την οποία αμφισβητούσε η κυπριακή κυβέρνηση, συσχετίζοντάς την, ορθώς έως έναν βαθμό, με τον γεωπολιτικό κίνδυνο που είχε προκύψει μετά το 2024 και ο οποίος λειτουργούσε αποτρεπτικά για την εμπλοκή νέων επενδυτών. Εντούτοις υπάρχουν συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα στη Μεγαλόνησο, τα οποία ωφελούνται από την υφιστάμενη ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και τις σταθερά υψηλές τιμές ρεύματος. Η ανάληψη του 66% του GSI από ένα επενδυτικό σχήμα του βεληνεκούς της Meridiam περιορίζει δραστικά τις αμφιβολίες, αφού έχει την τεχνογνωσία αλλά και το ειδικό βάρος για να διασφαλίσει την απαιτούμενη χρηματοδότηση του έργου. Προκαλεί, επομένως, προβληματισμό το γεγονός ότι ο υπουργός Ενέργειας της Κύπρου χαιρέτισε μεν την είσοδο της Meridiam, επισήμανε δε ότι αναμένει τη μελέτη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων προκειμένου να αποφασιστεί αν η Κυπριακή Δημοκρατία θα συμμετάσχει η ίδια ως μέτοχος, καθώς και το τελικό κόστος του έργου.
Για την Ευρωπαϊκή Ενωση η υλοποίηση της αμφίδρομης υποβρύχιας διασύνδεσης δεν είναι μόνο θέμα γοήτρου αλλά και ουσίας, καθώς ενιαιοποιείται η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας τη συνοχή και τον ανταγωνισμό με στόχο τη μείωση των τιμών αλλά και την ασφάλεια τροφοδοσίας, με μεγαλύτερη συμμετοχή των ΑΠΕ, προσφέροντας επιπλέον πρόσβαση σε μία ακόμη πηγή τροφοδοσίας. Η δε σύνδεση με το Ισραήλ, το οποίο δύναται να χρησιμοποιήσει ακόμη και τη μισή από την προς διάθεση ηλεκτρική ενέργεια, δίνει στις Βρυξέλλες ένα σημαντικό εργαλείο επιρροής έναντί του.
Εντός του 2026 αναμένεται η επανεκκίνηση των ερευνών βυθού, σε μια χρονική στιγμή που οι σχέσεις Παρισιού – Αγκυρας βαίνουν βελτιούμενες, ενώ η δεύτερη επιδιώκει τη συμμετοχή της στα προγράμματα ευρωπαϊκής άμυνας, όπου απαιτείται ομοφωνία και των 27 κρατών-μελών και η στάση της Γαλλίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και καθηγητής του Αμερικανικού Πανεπιστημίου Ελλάδος. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος το βιβλίο του «Η νέα παγκόσμια τάξη. Το δίκαιο της ισχύος».