Η μεγάλη κρίση που βιώνει η Γαλλίατον τελευταίο καιρό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Η κοινωνική δυσφορία, η κινητοποίηση και η βίαιη αντίδραση χρονολογούνται τουλάχιστον από την εποχή της εμφάνισης των «Κίτρινων Γιλέκων» (2018), ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι προσφάτως οι παρισινοί δρόμοι μετατράπηκαν σε βίαιες αρένες μόνο και μόνο επειδή κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ η Παρί Σεν Ζερμέν.
Οι βαθύτερες αιτίες αυτής της μακρόχρονης γαλλικής κρίσης είναι πολλές, ταυτόχρονα οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές, απότοκες της αδυναμίας να αντιμετωπίσει τη νέα παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα μια «κραταιά» ευρωπαϊκή χώρα – όπως και η δική μας, πολύ πιο «μικρή» χώρα, πριν από 15 χρόνια. Εχει πολύ ενδιαφέρον, όμως, ότι η πρόσφατη έκρηξη προκύπτει μέσα από ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση και ότι οι κινητοποιήσεις –βίαιες και μη– αφορούν κυρίως μαθητές και φοιτητές, δηλαδή τις νεότερες γενιές.
Σε αυτήν την περίπτωση, το «εκπαιδευτικό» γίνεται αφορμή για ένα ξέσπασμα που σίγουρα αφορά όχι μόνο τη Γαλλία, αλλά και τις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες. Είναι ένα θέμα που ο γαλλικός κινηματογράφος σχολιάζει συχνά εδώ και αρκετά χρόνια. Από το βραβευμένο «Ανάμεσα στους τοίχους» (2008) στο «Ο πόλεμος των τάξεων» (2019) μέχρι το «Ο καλός καθηγητής» (2024), το εκπαιδευτικό «πρόβλημα» γίνεται μια πολύ δημοφιλής θεματική του σύγχρονου γαλλικού σινεμά. Αυτό συμβαίνει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από το παλαιότερο παράδειγμα ταινιών (συνήθως αμερικανικών), όπου ο εμπνευσμένος εκπαιδευτικός ξεπερνά τις κοινωνικές δυσκολίες και αλλάζει τη ζωή των μαθητών του, πολλές φορές κόντρα στο ίδιο το γραφειοκρατικό, αδιάφορο ή αυταρχικό σχολείο που τον περιβάλλει (π.χ. «Στον κύριό μας με αγάπη», 1967, «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», 1989, «Επικίνδυνα μυαλά», 1995). Το γαλλικό μυθοπλαστικό μοτίβο έρχεται να αναδείξει και να τονίσει το σχεδόν πλήρες εκπαιδευτικό αδιέξοδο, που ξεπερνά τις προθέσεις τόσο των δασκάλων όσο και των μαθητών.
Σήμερα, η εξέγερση που παρακολουθούμε στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας γίνεται αφορμή συνειδητοποίησης ότι το σχολείο και η εκπαίδευση γενικότερα δεν αποτελούν μηχανισμό κοινωνικής κινητικότητας. Είναι μια συνειδητοποίηση που γίνεται με –κυριολεκτικά και συμβολικά– βίαιο τρόπο. Οι εξηγήσεις που δίνονται δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις υπαρκτές ελλείψεις στην υλικοτεχνική υποδομή ή στο διδακτικό προσωπικό. Αυτό είναι η κορυφή του παγόβουνου. Οπως έχει με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο φανεί ήδη στις γαλλικές ταινίες και τώρα τίθεται στη δημόσια συζήτηση στη Γαλλία, το βασικό πρόβλημα είναι αλλού: η αδυναμία απόκτησης βασικών γνώσεων και η ελλιπής γλωσσική καλλιέργεια, που δυσκολεύει την κατανόηση κειμένων και την ανάπτυξη κριτικής σκέψης· ο εκδημοκρατισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που αποδυναμώνει το κύρος του δασκάλου ως φορέα γνώσης και εγγυητή της τήρησης κοινών κανόνων· η διάψευση της υπόσχεσης κοινωνικής ανόδου, καθώς η διεύρυνση της πρόσβασης στις σπουδές δεν εξασφαλίζει αντίστοιχες επαγγελματικές προοπτικές, ενώ το «σύστημα» εξακολουθεί να ευνοεί τους πιο εύπορους· ο εκφοβισμός και οι απειλές κατά της ελευθερίας της διδασκαλίας, που συνδέονται με τη διείσδυση ενός ακραίου πολυπολιτισμικού ταυτοτισμού και λαμβάνουν την πιο ακραία μορφή τους στις δολοφονίες εκπαιδευτικών από ισλαμιστές.
Η γαλλική εξέγερση του 2026 σηματοδοτεί το τέλος του ρομαντικού, αλλά και του πιο τεχνοκρατικού ιδεώδους της εκπαίδευσης, είτε ως μοχλού ατομικής «καλλιέργειας» και συλλογικής προόδου είτε ως μηχανισμού επαγγελματικής αποκατάστασης και κτήσης μιας ταυτότητας με κοινωνική αναγνώριση. Οι ερμηνείες που βλέπουν την εξεγερτική βία ως παρείσακτη στον κόσμο της νεανικής διαμαρτυρίας είναι ανεπαρκείς. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η βία εμφιλοχωρεί για πολλούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους σε πολύ διευρυμένα κοινωνικά στρώματα από την πρώιμη εφηβεία, διεθνώς, αλλά και στη χώρα μας. Το γεγονός ότι οι νεανικές πορείες διαμαρτυρίας στη Γαλλία και αλλού γίνονται δίπλα στις πορείες καταστροφής δεν μπορεί να θεωρείται μια τυχαία συνθήκη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα αιτήματα ή οι ταυτότητες των «ειρηνικών» και των «καταστροφικών» διαδηλωτών ταυτίζονται.
Πέρα από την ευκαιριακή πολιτική εκμετάλλευση αυτών των κινητοποιήσεων (συνήθως από τα αριστερά), ο συγχρονισμός του αιτήματος για καλύτερη και για καθόλου «παιδεία» είναι εντυπωσιακός. Το εκπαιδευτικό αδιέξοδο μετατρέπει σε συνοδοιπόρους όλους όσοι δυσφορούν με τους θεσμικούς πυλώνες της νεωτερικότητας, άλλοι για την αναποτελεσματικότητά τους, άλλοι απλώς για την ίδια την ύπαρξή τους. Το σχολείο (μετά την οικογένεια) μετατρέπεται στο τέλειο σπιρτόκουτο, στο οποίο συσσωρεύονται κοινωνικές ματαιώσεις και ανισότητες, συγκρούσεις ταυτότητας και αμφισβήτηση της γνώσης και, τελικά, η αδυναμία διαμόρφωσης μιας κοινής δημοκρατικής κουλτούρας.
*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.