Το δίκτυο ΔΕΔΔΗΕ στο επίκεντρο των ερευνών

Φόρτωση Text-to-Speech…

«Το δίκτυο απαιτεί συντήρηση, όπως ένα αυτοκίνητο απαιτεί σέρβις. Αν δεν γίνουν τα απαραίτητα, μπορεί να συνεχίσει να κινείται, αλλά δεν ξέρεις για πόσο και με τι ασφάλεια», λέει έμπειρος τεχνικός, με αφορμή τη μεγάλη συζήτηση για την κατάσταση του ηλεκτρικού δικτύου, την οποία επανέφερε στο προσκήνιο η σύνδεσή του με τις πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές σε Αττική, Κρήτη και Αρτα. Σύμφωνα με προκαταρκτικά δεδομένα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ) της Πυροσβεστικής, πυρκαγιέςπου συνδέονται με το δίκτυο ηλεκτροδότησης αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% των καμένων εκτάσεων στην Ελλάδα για τη φετινή χρονιά. Ο ΔΕΔΔΗΕ, σε σχετικά ερωτήματα που τέθηκαν από την «Κ», δεν έδωσε καμία απάντηση, ενώ με επίσημη ανακοίνωσή του τις προηγούμενες ημέρες υποστήριξε ότι μόλις το 1% των περιστατικών δασικών πυρκαγιών που καταγράφηκαν το 2025 αποδόθηκε στο δίκτυο ηλεκτροδότησης, τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό στις ΗΠΑ αγγίζει το 3%.

Με μήκος 253.865 χιλιομέτρων, το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας θα μπορούσε θεωρητικά να κάνει περισσότερες από έξι φορές τον γύρο της Γης. Πάνω του βρίσκονται 167.316 υποσταθμοί μέσης και χαμηλής τάσης, από αυτό ηλεκτροδοτούνται 7,67 εκατ. χρήστες, ενώ έχουν πλέον ενσωματωθεί πάνω από 9,1 GW εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν από μόνοι τους το μέγεθος της πρόκλησης. Ο ΔΕΔΔΗΕ, σάρκα εκ της σαρκός τής πάλαι ποτέ ενιαίας ΔΕΗ, καλείται να διαχειριστεί ένα δίκτυο γερασμένο σε μεγάλο μέρος του, το οποίο πλέον δεν μεταφέρει απλώς ηλεκτρική ενέργεια από τους υποσταθμούς στα σπίτια και στις επιχειρήσεις. Πάνω του συνδέονται ταυτόχρονα χιλιάδες αποκεντρωμένες μονάδες παραγωγής, από μικρά και μεσαία φωτοβολταϊκά έως εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής.

Με μήκος 253.865 χλμ., το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας που διαχειρίζεται ο ΔΕΔΔΗΕ θα μπορούσε θεωρητικά να κάνει περισσότερες από έξι φορές τον γύρο της Γης.

Το δίκτυο αναπτύχθηκε επί δεκαετίες, με διαφορετικά υλικά, κατασκευαστές και τεχνικές προδιαγραφές. Ανθρωποι που γνωρίζουν τις τεχνικές βάσεις δεδομένων του διαχειριστή υποστηρίζουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κενά στην ακριβή γεωγραφική και τεχνική ταυτοποίηση στοιχείων του, από στύλους και καλώδια έως μετασχηματιστές και υποσταθμούς.

Το ζήτημα αυτό θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: εάν δεν γνωρίζεις με βεβαιότητα την ηλικία, τον τύπο, την κατάσταση και την ακριβή θέση κάθε στοιχείου, πώς αποφασίζεις ποιο πρέπει να επιθεωρηθεί πρώτο και ποιο να αντικατασταθεί;

Η σημασία μιας πλήρους και επικαιροποιημένης αποτύπωσης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε περίπτωση βλάβης ή πυρκαγιάς. Η ακριβής γεωγραφική πληροφορία μπορεί να επηρεάσει τον χρόνο επέμβασης, την ταχύτητα απομόνωσης ενός τμήματος του δικτύου και τη συνεργασία με την Πυροσβεστική.

Εάν δεν γνωρίζεις με βεβαιότητα την ηλικία, τον τύπο, την κατάσταση και την ακριβή θέση κάθε στοιχείου, πώς αποφασίζεις ποιο πρέπει να επιθεωρηθεί πρώτο και ποιο να αντικατασταθεί;

Ερωτήματα διατυπώνονται από ειδικούς και για τη διαχείριση της βλάστησης γύρω από υποσταθμούς και γραμμές μέσης τάσης.

Ο ΔΕΔΔΗΕ αναφέρει ότι πραγματοποιεί καθαρισμούς και κλαδέματα στο πλαίσιο της προληπτικής πυροπροστασίας. Στο πεδίο, όμως, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Πώς προτεραιοποιούνται τα σημεία κλαδέματος; Ποιος ελέγχει την ποιότητα των εργασιών; Πώς πιστοποιείται η εκτέλεσή τους; Και τι συμβαίνει με τα υπολείμματα της κοπής;

Εάν ξερά κλαδιά και φυτική ύλη παραμένουν κάτω ή δίπλα στις γραμμές, μια παρέμβαση που θεωρητικά μειώνει τον κίνδυνο μπορεί να αφήνει πίσω της νέα καύσιμη ύλη.

Οι ειδικοί παραπέμπουν σε σύγχρονες τεχνολογικές λύσεις, με χρήση drones, αισθητήρων και gateways για τη μετάδοση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, ώστε να παρακολουθείται η εξέλιξη της βλάστησης και τα συνεργεία να επεμβαίνουν προδραστικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κοπή μπορεί να γίνεται ακόμη και με ρομποτικά συστήματα, όπως ήδη συμβαίνει σε πάρκα ΑΠΕ.

«Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχουν μελέτες σύμφωνα με τις οποίες τα υπολείμματα μπορούν να αξιοποιηθούν ή να πωληθούν ως πρώτη ύλη για βιομηχανικές χρήσεις, όπως η παραγωγή biochar, προσφέροντας ακόμη και έσοδο στον ΔΕΔΔΗΕ, αντί να παραμένουν στο πεδίο ως καύσιμη ύλη», σημειώνουν.

Τεχνικοί με γνώση της λειτουργίας του ΔΕΔΔΗΕ εντοπίζουν ένα ακόμη πρόβλημα στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι επιθεωρήσεις του δικτύου. Οπως υποστηρίζουν, εργασίες που θεωρούνται καθοριστικές για την πρόληψη και τη συντήρηση έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια σε ιδιώτες μέσω εργολαβιών, χωρίς πάντοτε να υπάρχει η απαιτούμενη εμπειρία και εξειδίκευση στις βλάβες και στη συμπεριφορά των υλικών. Ο ΔΕΔΔΗΕ είναι υποχρεωμένος, όπως εξηγούν στην «Κ», βάσει του ισχύοντος πλαισίου, να επιθεωρεί το σύνολο του δικτύου κάθε χρόνο, από τον Οκτώβριο έως και τον Μάιο, καταγράφοντας τις ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν ενόψει της αντιπυρικής περιόδου.

Πρόκειται, τονίζουν, για απαιτητική διαδικασία. Χρειάζεται εμπειρία ώστε ένας τεχνικός να μπορεί να αναγνωρίσει ακόμη και οπτικά ενδείξεις φθοράς ή αστοχίας σε στοιχεία που ενδέχεται να εξελιχθούν σε εστίες κινδύνου.

Επισημαίνουν, ωστόσο, ότι «κανένα δίκτυο, όσο καλά και αν συντηρείται, δεν μπορεί να αποκλείσει πλήρως μια πυρκαγιά από εξωγενείς παράγοντες». Ενας κεραυνός ή ακόμη και η επαφή ενός μεγάλου πτηνού με τη γραμμή μπορεί υπό προϋποθέσεις να προκαλέσει σπινθήρα και πυρκαγιά. Πρέπει, όμως, σημειώνουν, «να διαχωρίσουμε την κακή συντήρηση, που μπορεί να οδηγήσει σε εκατό περιστατικά, από τη σωστή, που μπορεί να τα περιορίσει σε δύο ή τρία και να επιτρέψει τον άμεσο εντοπισμό τους».

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και το ανθρώπινο δυναμικό. Το τεχνικό προσωπικό του ΔΕΔΔΗΕ, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έχει περιοριστεί σε περίπου 3.000 εργαζομένους, όταν στο παρελθόν, με σαφώς μικρότερες ανάγκες δικτύου, έφθανε τους 14.000. Σήμερα στον ΔΕΔΔΗΕ απασχολούνται συνολικά 5.418 εργαζόμενοι, ενώ πολλαπλάσιος είναι, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, ο αριθμός όσων απασχολούνται μέσω εργολάβων.

Τεχνικοί του διαχειριστή θέτουν και το ζήτημα των αμοιβών. Οπως αναφέρουν, στην τελευταία προκήρυξη για την πρόσληψη 96 τεχνικών στην Αθήνα έμειναν κενές 36 θέσεις. Υποστηρίζουν ότι ένας τεχνίτης του ΔΕΔΔΗΕ αμείβεται με περίπου 30 ευρώ ημερησίως, την ώρα που το κόστος που καταβάλλεται σε εργολάβο μπορεί να φθάνει περίπου τα 30 ευρώ ανά ώρα και ανά τεχνίτη.

Ερωτήματα διατυπώνονται και για τη διαδικασία παραλαβής ιδιωτικών έργων ΑΠΕ από τον ΔΕΔΔΗΕ, σε συνδυασμό με την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Η ταχύτατη ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αυξάνει μόνο την εγκατεστημένη ισχύ που πρέπει να διαχειριστεί το σύστημα. Συνεπάγεται και επέκταση του ίδιου του δικτύου. Οσο περισσότερα χιλιόμετρα προστίθενται, τόσο μεγαλύτερες γίνονται οι απαιτήσεις για έλεγχο, επιθεώρηση και συντήρηση. Κατά τους τεχνικούς, εάν νέα τμήματα κατασκευάζονται χωρίς επαρκή έλεγχο κατά την παραλαβή τους, αυξάνονται μακροπρόθεσμα και οι πιθανότητες εμφάνισης βλαβών – και μαζί τους ο κίνδυνος εκδήλωσης πυρκαγιών.

Η συζήτηση για την ανθεκτικότητα του δικτύου καταλήγει σχεδόν αναπόφευκτα στην υπογειοποίηση. Οι ειδικοί που μίλησαν στην «Κ» επισημαίνουν, ωστόσο, ότι το κόστος ενός υπόγειου δικτύου μπορεί να είναι πολλαπλάσιο του αντίστοιχου εναέριου – σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σε αναλογία 1:5. Η υπογειοποίηση του συνόλου των περίπου 254.000 χιλιομέτρων του δικτύου είναι επομένως τεχνικά εξαιρετικά δύσκολη και οικονομικά δυσβάστακτη.

Το πραγματικό στοίχημα, σύμφωνα με τους ίδιους, είναι η σωστή ιεράρχηση, με προτεραιότητα σε δασικές περιοχές υψηλού κινδύνου, ζώνες με ιστορικό βλαβών, γραμμές κοντά σε οικισμούς και κρίσιμες υποδομές.

Στις υπόλοιπες περιοχές, η λύση μπορεί να βρίσκεται σε ένα συνδυασμό παρεμβάσεων, όπως μονωμένοι αγωγοί, αυτοματισμοί για την ταχεία απομόνωση μιας βλάβης, συστήματα συνεχούς παρακολούθησης και αποτελεσματικότερη προληπτική συντήρηση.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν ένα ηλεκτρικό δίκτυο μπορεί να μηδενίσει κάθε κίνδυνο. Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο. Είναι εάν γνωρίζει εγκαίρως πού βρίσκονται οι αδυναμίες του, εάν επεμβαίνει πριν αυτές εξελιχθούν σε βλάβες και εάν οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων μεταφράζονται σε ένα μετρήσιμα ασφαλέστερο και ανθεκτικότερο δίκτυο.

Βλάβες, καθυστερήσεις, καταγγελίες καταναλωτών

Ο ΔΕΔΔΗΕ βρίσκεται σήμερα στην ισχυρότερη επενδυτική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας του με ένα επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 5 δισ. ευρώ έως το 2030. Βασικοί χρηματοδότες αυτών των επενδύσεων είναι οι καταναλωτές μέσω των αυξανόμενων τελών χρήσης δικτύου, διασφαλίζοντας παράλληλα υψηλή κερδοφορία για τους μετόχους ΔΕΗ (51%) και Macquarie (49%), στους οποίους κατευθύνεται ως μέρισμα το 94% των καθαρών κερδών.

Η οικονομική ευρωστία και οι αυξημένες επενδύσεις που επικαλείται ο ΔΕΔΔΗΕ έρχονται, ωστόσο, σε αντίθεση με την εικόνα του δικτύου: συχνές βλάβες, καθυστερήσεις σε νέες συνδέσεις, καταγγελίες καταναλωτών και επιχειρήσεων, δικαστικές προσφυγές και πρόστιμα της ΡΑΑΕΥ. Οι αποφάσεις της Αρχής καταγράφουν καθυστερήσεις, μη υλοποιημένες συντηρήσεις, υπερβολικές εισηγήσεις δαπανών και απώλειες δικτύου πολύ υψηλότερες από τους στόχους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ξύλινων στύλων. Ο ΔΕΔΔΗΕ εισηγήθηκε δαπάνες 11,5-16,4 εκατ. ευρώ ετησίως για το 2025-2028, όμως η ΡΑΑΕΥ, διαπιστώνοντας «συστηματική μη υλοποίηση» προγραμματισμένων συντηρήσεων την περίοδο 2021-2023, περιέκοψε τις δαπάνες κατά 70%-80%. Αντιστοίχως, δεν έκανε δεκτό αίτημα για μεγαλύτερη και μακρύτερης διάρκειας πρόσθετη απόδοση στο έργο των έξυπνων μετρητών.

Ενδεικτική της αδυναμίας του ΔΕΔΔΗΕ να περιορίσει τις απώλειες (τεχνικές και ρευματοκλοπές) είναι η εισήγηση προς τη ΡΑΑΕΥ για συνολικές απώλειες 9,37% το 2031, δηλαδή 87% πάνω από τον τελικό στόχο που έχει θέσει η Αρχή. Η ΡΑΑΕΥ χαρακτηρίζει συντηρητική την εισήγηση του ΔΕΔΔΗΕ, ενώ επισημαίνει την έγκριση κονδυλίου ύψους 225 εκατ. ευρώ για τις μηνιαίες καταμετρήσεις ως μέτρο ελέγχου και περιορισμού των ρευματοκλοπών. Οι καταναλωτές με βάση την εισήγηση του ΔΕΔΔΗΕ καλούνται να πληρώσουν 7 εκατ. ευρώ για τη νομική υποστήριξη των υποθέσεων ρευματοκλοπών. Να καλύψουν, δηλαδή, τα νομικά έξοδα του ΔΕΔΔΗΕ ως αντιδίκου σε υποθέσεις καταλογισμού αυθαίρετων ρευματοκλοπών εις βάρος τους. Πρόκειται για 27.000 περιστατικά ενδεχόμενων ρευματοκλοπών, σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου του ΔΕΔΔΗΕ. Είχαν προηγηθεί δύο πρόστιμα συνολικού ύψους 240.000 ευρώ από τη ΡΑΑΕΥ, σε υποθέσεις στις οποίες οι καταναλωτές προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη και δικαιώθηκαν. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του CEER που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους και λαμβάνει ως έτος αναφοράς το 2022, οι συνολικές απώλειες του δικτύου στη χώρα μας ανέρχονται σε 11,4%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος δεν ξεπερνάει το 5,5%. Ο ίδιος ο ΔΕΔΔΗΕ έχει επίσης αναγνωρίσει ότι σημαντικός αριθμός έξυπνων μετρητών δεν πληρούσε τις απαιτήσεις για μέτρηση και μετάδοση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Σε υπόθεση φωτοβολταϊκών επιχειρήσεων στην Ηπειρο, η ΡΑΑΕΥ επέβαλε στον ΔΕΔΔΗΕ πρόστιμο 20.000 ευρώ, διαπιστώνοντας καθυστερήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασαν τους 29 μήνες.