Φόρτωση Text-to-Speech…
Περιθώρια ελιγμού για μεγέθυνση του πακέτου μέτρων στη ΔΕΘαναζητεί το οικονομικό επιτελείο, υπολογίζοντας τον επιπλέον δημοσιονομικό χώρο που δημιουργούν τα μόνιμα έσοδα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγήςκαι η ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια. Πλησιάζοντας σε μια ΔΕΘ υψηλής πολιτικής σημασίας και αυξημένων απαιτήσεων λόγω του τεταμένου γεωπολιτικού σκηνικού, η εξάντληση των δημοσιονομικών περιθωρίων –χωρίς να έρχονται σε αντίθεση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες για το όριο αύξησης δαπανών– θα σχηματίσει ένα πλαίσιο για παροχές σε βάθος τετραετίας.
Το περιθώριο για νέα μέτρα με έναρξη από το 2027 υπολογίζεται σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ, βάσει των περιορισμών που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Από εκεί και πέρα, το μεγάλο ερώτημα ενόψει της ΔΕΘ είναι το ύψος των εσόδων από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, τα οποία θα θεωρηθούν μονίμου χαρακτήρα και συνεπώς εξαιρούνται από το όριο αύξησης των καθαρών δαπανών. Με βάση τα μέχρι στιγμής στοιχεία του προϋπολογισμού, οι οικονομικοί κύκλοι θεωρούν σχεδόν βέβαιη την υπέρβαση του στόχου για τα φορολογικά έσοδα το 2026. Εκκρεμεί, ωστόσο, ο υπολογισμός του οφέλους από την περαιτέρω βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, η οποία έχει βοηθήσει και στο παρελθόν στη διεύρυνση των δυνατοτήτων για νέες παροχές.
Η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση για συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και το ψηφιακό δελτίο αποστολής, που αναμένεται να ολοκληρωθούν φέτος, σε συνδυασμό με τα προϋπάρχοντα μέτρα της διασύνδεσης POS-ταμειακώνκαι της δυνατότητας πληρωμής στο φυσικό σημείο μέσω IRIS μπορούν δυνητικά να δημιουργήσουν επιπλέον χώρο για παροχές αρκετών εκατομμυρίων ευρώ από το 2027. Σύμφωνα με κύκλους του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τα έσοδα από τη φορολογική συμμόρφωση που έχουν ήδη προϋπολογιστεί για το 2026 υπολογίζονται σε 2,2 δισ. ευρώ, ωστόσο κρίσιμο για το τελικό μέγεθος του πακέτου της ΔΕΘ θα είναι το κατά πόσον η υπεραπόδοση θα ξεπεράσει τις ήδη ενσωματωμένες προβλέψεις. Ο διαθέσιμος χώρος του 1,3 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με ό,τι προκύψει από τα διατηρήσιμα έσοδα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, θα σχηματίσει τον βασικό κορμό των μέτρων που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ. Ανάμεσα στα μέτρα που εξετάζονται με έναρξη από το 2027 είναι μια νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, συμπαρασύροντας προς τα άνω τους μισθούς του Δημοσίου, η μείωση ή η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις και η μείωση της προκαταβολής φόρου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι οικονομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι βασικός προσανατολισμός του πακέτου θα είναι τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις, καθώς πρόκειται για τις ομάδες που ήδη έχουν δείξει τα πρώτα σημάδια πίεσης από το κόστος ζωής και την ενεργειακή αβεβαιότητα.
Εν τω μεταξύ, με τη διευθέτηση της λίστας των έργων που εντάσσονται στη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια, απελευθερώνεται δυνητικά επιπλέον χώρος για δαπάνες τα επόμενα χρόνια. Με το αίτημα που υποβλήθηκε στην Κομισιόν την περασμένη εβδομάδα, η Ελλάδα θα μπορεί υπό όρους να διαθέσει έως περίπου 1,5 δισ. ευρώ από τους εθνικούς πόρους μέχρι το 2028 σε ενεργειακά έργα με σχετικά σύντομο χρονικό ορίζοντα υλοποίησης, όπως αποθήκευση ενέργειας από ΑΠΕ, ενεργειακή αναβάθμιση δημόσιων κτιρίων και έργα υποδομών.
Ο διαθέσιμος χώρος του 1,3 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με ό,τι προκύψει από τα διατηρήσιμα έσοδα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, θα σχηματίσει τον βασικό κορμό των μέτρων.
Θεωρητικά, βάσει των κανόνων της Κομισιόν, το ποσό μπορεί να διατεθεί σε δύο δόσεις (της τάξης των 745 εκατ. ευρώ περίπου) ή σε τρεις δόσεις (έως 500 εκατ. ευρώ). Σύμφωνα με τους μέχρι στιγμής υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου, αναμένεται να ενταχθούν για το 2027 έργα 300-500 εκατ. ευρώ, ενώ το σχέδιο για τις ενεργειακές δαπάνες εκτιμάται ότι θα αποτελέσει μέρος των ανακοινώσεων του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Μολονότι δεν πρόκειται για λευκή επιταγή στην κατανομή των εθνικών πόρων, η ρήτρα διαφυγής ενδέχεται να δημιουργήσει ένα επιπλέον περιθώριο ευελιξίας, καθώς επιτρέπει την έμμεση απελευθέρωση δημοσιονομικού χώρου για νέες παροχές χωρίς να παραβιάζεται το όριο αύξησης δαπανών.
Αυτή είναι άλλωστε μία από τις δύσκολες εξισώσεις ενόψει της ΔΕΘ. Σύμφωνα με οικονομικούς κύκλους, η ελληνική οικονομία είναι τοποθετημένη έτσι ώστε να δημιουργεί υπερπλεονάσματα τουλάχιστον για λίγα χρόνια ακόμη, καθώς τα έσοδα υπεραποδίδουν –κυρίως λόγω τουρισμού, σταθερής ανάπτυξης και πληθωρισμού– ενώ οι δαπάνες είναι αυστηρά ελεγχόμενες. Στο μέτωπο των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Ευρώπης, ο βαθμός ελευθερίας στη διανομή αυτών των υπερπλεονασμάτων μειώνεται. Τελικά, η Ελλάδα μολονότι διαθέτει τους πόρους, έχει συμφωνήσει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ετήσια αύξηση των καθαρών δαπανών από 3%-3,7% για την περίοδο 2025-2028, η οποία στενεύει τις δυνατότητες παροχών.
Επιπλέον ανάχωμα στον προγραμματισμό των μέτρων αποτελεί το δύσκολο γεωπολιτικό φόντο, καθώς ενδέχεται να προκύψουν νέες ανάγκες για στοχευμένη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Υπολογίζεται ότι από το «μαξιλάρι» που απέμεινε για φέτος από το υπερπλεόνασμα του 2025 απομένουν περίπου 170 εκατ. ευρώ.
Ανάχωμα στον προγραμματισμό των μέτρων αποτελεί το δύσκολο γεωπολιτικό φόντο, καθώς ενδέχεται να προκύψουν νέες ανάγκες για στοχευμένη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Το πακέτο των νέων μέτρων στη ΔΕΘ θα εφαρμοστεί από το 2027 και θα απλωθεί σε βάθος τετραετίας, μοιράζοντας το δημοσιονομικό κόστος μέχρι και το 2030. Εκτός από όσα θα ανακοινωθούν πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο, ο προϋπολογισμός του νέου έτους «κουβαλά» ήδη μέτρα της τάξης των 2 δισ. ευρώ. Μεταξύ άλλων, έχουν δρομολογηθεί η πλήρης κατάργηση του ΕΝΦΙΑ σε μικρούς οικισμούς κάτω των 1.500 κατοίκων, η κατάργηση του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς, η οποία θα οδηγήσει σε αύξηση των συντάξεων, και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.