Η προηγούμενη «Αναμόχλευση» έκλεινε με αναφορά στους «Αθλίους» του Ουγκώ και ειδικότερα στην απόδοση στα ελληνικά του «Les Misérables» από τον Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίτση το 1862. Πολυσχιδής και πολύπλαγκτος συγγραφέας, μεταφραστής και εκδότης εφημερίδων, ο Σκυλίτσης θα μετέφραζε λίγο αργότερα, το 1864, και ένα ακόμη μείζον έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Με δεδομένο ότι ο πλήρης τίτλος του έργου είναι «Ο πολυμήχανος ιδαλγός Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα», ο Σκυλίτσης δεν αρκέστηκε στο «Δον Κιχώτης», αλλά μετέφρασε «Δον Κιχώτης ο Μαγκήσιος». Κάτι μεταξύ του Μαρκήσιος και παραγώγου της λέξης μάγκας ακούγεται αυτό, αλλά, όπως και να το κάνεις, έχουν τη νοστιμιά τους τέτοιου είδους εξελληνισμοί.
Ουρίτσα από την προηγούμενη «Αναμόχλευση» είναι και το επόμενο μικρό σχόλιο. Πολλά χρόνια δημοσιογράφος, έμπειρη αναγνώστρια και καλή φίλη της στήλης, η Τέτα Παπαδοπούλου, διαβάζοντας τα περί Churchill/Τσέρτσιλ/Τσόρτσιλ, μου είπε ότι Γάλλοι φίλοι της έλεγαν ο «Σουρσίλ»! Αφού γέλασα όταν το άκουσα, θυμηθήκαμε μαζί και άλλες τέτοιες χαριτωμένες γαλλικές προφορές διασήμων, όπως Μπακ (Bach), Μοζάρ (Mozart), Ραμπράν (Rembrandt), Ζιμί Αντρίξ (Jimmy Hendrix) κ.ά.
Και από τον Μαγκήσιο και τον Σουρσίλ, στα πιο γενικού χαρακτήρα. Εγραψα κάπου «τα pluralia tantum» και σκέφτηκα ότι καλό είναι να διευκρινίσω τι είναι αυτά. Πρόκειται, λοιπόν, για τα επισήμως λεγόμενα πληθυντικόληκτα, πιο γνωστά ωστόσο με τον λατινικό όρο pluralia tantum, για λέξεις που δεν έχουν ενικό, που υπάρχουν και χρησιμοποιούνται μόνο στον πληθυντικό. Ιδού, λοιπόν, μερικά από αυτά: τρόφιμα, λεφτά, κόλλυβα, πάνδεινα, νιάτα, γηρατειά, ούρα, εντόσθια, κάλαντα, ρέστα, αιγοπρόβατα. Ειδικά για το αιγοπρόβατο, πάντως, ας μην είμαστε απόλυτοι, αφού υπάρχει και το ενδεχόμενο… μιξογενούς τερατογένεσης. Ασε που και τα νιάτα έχουν την ψιλοεξαίρεσή τους, όταν πρόκειται για αργκό ή για πλάκα, οπότε μπορεί να ειπωθεί «αυτός είναι οργισμένο νιάτο».
Είναι πολλά… Λεφτά, πάνδεινα, γηρατειά, εντόσθια, κάλαντα, ρέστα: μερικές μόνο από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στον πληθυντικό.
Εκτός από αυτά όμως που δεν έχουν ενικό, υπάρχουν επίσης ουσιαστικά που δεν έχουν πληθυντικό. Και πάλι ενδεικτικά, αναφέρω: ειρήνη, πλήξη, κούραση, πλάση, αλλά και χάος, οξυγόνο, ύφος. Δεν έχω ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για πλήξεις ή χάη (εξαιρώ τον Καρυωτάκη στις «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες»). Προς το παρόν τουλάχιστον, μιας και ζούμε σε καιρούς άκρατου –και ενίοτε άκριτου– γλωσσοπλαστικού οίστρου.
Αυλακιές και λογχοφόροι
Και από τις μεταφράσεις και τις προφορές, από τους ανύπαρκτους ενικούς και πληθυντικούς, σε κάποια πιο «διεθνή», σε κάποιες ενδιαφέρουσες λατινογενείς ετυμολογίες. Συχνή είναι η χρήση της λέξης ντελίριο, τόσο με πιο στενά ψυχολογική/ιατρική έννοια όσο και ευρύτερα: «Ντελίριο των οπαδών του Παναθηναϊκού για τη μεγάλη νίκη», «Και πάλι σε ντελίριο η Ζωή Κωνσταντοπούλου στη Βουλή» κ.ο.κ. Η λατινική λέξη delirium, λοιπόν, έχει ρίζα της το ουσιαστικό lira (καμιά σχέση με νομίσματα). Lira στα λατινικά είναι η γραμμή, η αυλακιά που αφήνει το άροτρο όταν οργώνει. Το ρήμα lirare, επομένως, σημαίνει κινούμαι στις γραμμές, ακολουθώ την προδιαγεγραμμένη, την αναμενόμενη πορεία. De-lirare, άρα, σημαίνει ξεφεύγω, βγαίνω έξω από τη χαραγμένη γραμμή/πορεία, και κατ’ επέκταση από τη «φυσιολογική», τη συνηθισμένη, την κοινώς αποδεκτή συμπεριφορά. Ετσι κάπως, λοιπόν, καταλήγουμε στη σημερινή έννοια της λέξης ντελίριο, που σημαίνει κάτι αντίστοιχο με τη λέξη παραλήρημα – εξ ου και ο όρος τρομώδες παραλήρημα, ως ελληνική απόδοση του διεθνούς delirium tremens. Μια άλλη φράση με πολύ ενδιαφέρουσα ετυμολογία είναι η αγγλική (πλέον, ουσιαστικά διεθνής) free lancer, η οποία δηλώνει αυτόν που δεν είναι μισθωτός, που δεν παρέχει τις υπηρεσίες του σε έναν μόνο εργοδότη, αλλά σε εκείνον που του προσφέρει τους καλύτερους όρους, οικονομικούς ή/και άλλους. Lancer, όμως, στα αγγλικά είναι ο λογχοφόρος. Τι δουλειά έχουν οι λόγχες με έναν λογιστή, μεταφραστή ή δημοσιογράφο; Το νήμα, λοιπόν, που τα συνδέει όλα αυτά είναι οι περιώνυμοι condottieri στην Ιταλία της αναγεννησιακής περιόδου, αυτοί δηλαδή που επάνδρωναν τις condotte, στρατιωτικές μονάδες που πρόσφεραν τις πολεμικές υπηρεσίες τους, με λόγχες αλλά και όχι μόνο, στον ηγεμόνα ή στην πόλη που πλήρωνε καλύτερα. Αυτοί, επομένως, ήταν κατά κάποιον τρόπο «ελεύθεροι λογχοφόροι», δηλαδή free lancers.
Το λατινικό ρήμα «de-lirare» σημαίνει ξεφεύγω από τη χαραγμένη πορεία και κατ’ επέκταση από την κοινώς αποδεκτή συμπεριφορά.
Ομολογώ ότι δεν το είχα σκεφτεί ποτέ πως, από επαγγελματικής άποψης, είμαι απόγονος/συνάδελφος του Γκαταμελάτα και του Μπαρτολομέο Κολεόνι, κοντοτιέρων του 15ου αιώνα των οποίων οι έφιπποι ανδριάντες, έργα του Ντονατέλο και του Βερόκιο αντίστοιχα, δεσπόζουν ακόμη και σήμερα στην Πάντοβα (στην κεντρική πλατεία) και στη Βενετία (μπροστά από την εκκλησία των Σάντι Τζοβάνι ε Πάολο). Και για να μην παραλείψω το (συνήθως σκαμπρόζικο) επιδόρπιο, έμβλημά του ο Κολεόνι, αποτυπωμένο μάλιστα στον θυρεό του, είχε τρεις καλοσχηματισμένους όρχεις, «παίζοντας» με το ηχητικό ζεύγος Colleoni-coglioni.