Τα νοικοκυριά έγιναν πλουσιότερα κατά 40 τρισ. δολάρια το 2025

Η παγκόσμια χρηματοοικονομική «πίτα» έχει φτάσει πλέον στο 1,8 τετράκις εκατομμύρια δολάρια, ένα μέγεθος που, σε πρώτη ανάγνωση, παραπέμπει σε μια ισχυρή και υγιή διεθνή οικονομία. Πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς, όμως, διαμορφώνεται μια πολύ πιο εύθραυστη εικόνα.

Η καθαρή περιουσία των νοικοκυριών παγκοσμίως αυξήθηκε πέρυσι στα 570 τρισ. δολάρια, αλλά ολοένα και μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανόδου δεν προέρχεται από νέες επενδύσεις, ακίνητα ή παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία. Προέρχεται από την αύξηση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων, δηλαδή από κέρδη που υπάρχουν κυρίως στα χαρτιά.

Ανάλυση του Reuters, με βάση την ετήσια μελέτη της McKinsey & Company για τον παγκόσμιο ισολογισμό, προειδοποιεί ότι ο πλούτος αυξάνεται πλέον ταχύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ και απομακρύνεται από τις πραγματικές επιδόσεις της οικονομίας. Οσο περισσότερο διευρύνεται αυτό το χάσμα, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος μιας απότομης διόρθωσης.

Ο πλούτος αυξάνεται πλέον ταχύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ και όσο διευρύνεται αυτό το χάσμα, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος μιας απότομης διόρθωσης.

Η καθαρή περιουσία των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 7,3% παγκοσμίως την περασμένη χρονιά, έναντι μέσης ετήσιας ανόδου 5,9% από το 2000. Οι μετοχές αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό της αύξησης σε όλες τις μεγάλες οικονομίες. Η επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη οδήγησε τις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές περίπου 20% υψηλότερα, παρά τις μεγάλες αναταράξεις που προκάλεσε η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ και ενώ η πραγματική ανάπτυξη παρέμεινε κοντά στον μακροχρόνιο μέσο όρο της. Σύμφωνα με τη McKinsey, το 57% της αύξησης του πλούτου των νοικοκυριών προήλθε από τις μετοχές. Μόλις το 15% συνδέθηκε με την άνοδο της αξίας των ακινήτων. Πρόκειται για σημαντική ανατροπή σε σχέση με την εικόνα των τελευταίων 25 ετών. Από το 2000 και μετά, τα ακίνητα ήταν υπεύθυνα για περισσότερο από το ήμισυ της συνολικής αύξησης του πλούτου.

Τα ακίνητα εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ της καθαρής περιουσίας των νοικοκυριών παγκοσμίως. Οι μετοχές και τα επενδυτικά κεφάλαια καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο, ενώ σημαντικά μερίδια κατέχουν τα ομόλογα, τα συνταξιοδοτικά προϊόντα και οι τραπεζικές καταθέσεις. Από το σύνολο αφαιρούνται τα δάνεια των νοικοκυριών, τα οποία αντιστοιχούν περίπου στο 15% των περιουσιακών στοιχείων τους. Στις ΗΠΑ, πάντως, η εξάρτηση από τις χρηματιστηριακές αξίες είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Οι μετοχές αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο της καθαρής περιουσίας των αμερικανικών νοικοκυριών. Το πρόβλημα αρχίζει εάν οι σημερινές αποτιμήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τα πραγματικά κέρδη, την παραγωγικότητα και τις μελλοντικές αποδόσεις των επιχειρήσεων.

Από τη συνολική αύξηση του πλούτου των νοικοκυριών κατά περίπου 40 τρισ. δολάρια, το μεγαλύτερο μέρος προήλθε από την ανατίμηση ήδη υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων. Μόλις το 20% της αύξησης στηρίχθηκε σε καθαρές νέες επενδύσεις σε μηχανήματα, εξοπλισμό, κατοικίες, κτίρια, υποδομές και πνευματική ιδιοκτησία, μετά την αφαίρεση των αποσβέσεων. Ο αντίστοιχος μέσος όρος την περίοδο 2000-2024 ήταν 30%.

Παράλληλα, οι αποτιμήσεις των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων αυξήθηκαν με ρυθμό κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο ακόμη και από τον ήδη αυξημένο πληθωρισμό. Οπως επισημαίνει η McKinsey, όταν οι αξίες των μετοχών και των ακινήτων αυξάνονται ταχύτερα από το ΑΕΠ, τα κεφάλαια μπορεί να κατευθύνονται δυσανάλογα σε επαναγορές περιουσιακών στοιχείων, συχνά με υψηλό δανεισμό. Οι αποτιμήσεις ανεβαίνουν, αλλά η οικονομία στερείται επενδύσεων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ανάπτυξη σε βάθος χρόνου. Για τα νοικοκυριά, αυτό σημαίνει ότι η περιουσία αυξάνεται κυρίως στα χαρτιά, παραμένοντας εκτεθειμένη σε μια μελλοντική διόρθωση.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στις ΗΠΑ, οι οποίες συγκεντρώνουν σχεδόν το ήμισυ της αξίας των μετοχών στις χώρες που εξετάζει η McKinsey. Η χρηματιστηριακή αξία των αμερικανικών επιχειρήσεων έφτασε πέρυσι στις 2,4 φορές την καθαρή αξία των εταιρικών περιουσιακών στοιχείων. Στις περισσότερες άλλες μεγάλες οικονομίες, η αντίστοιχη αναλογία κινείται κοντά στη μία φορά. Την ίδια στιγμή, το μερίδιο των εταιρικών κερδών στο αμερικανικό ΑΕΠ είναι πλέον διπλάσιο σε σχέση με το 2000.

Το βασικό ερώτημα είναι εάν η χρηματιστηριακή έκρηξη και οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα δικαιωθούν τελικά από πραγματικές αποδόσεις και ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας.

Η McKinsey περιγράφει τρεις πιθανές διεξόδους. Στο πρώτο και πιο αισιόδοξο σενάριο, η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί πράγματι σε άλμα της παραγωγικότητας, επιτρέποντας στην πραγματική οικονομία να καλύψει την απόσταση από τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις.

Στο δεύτερο, ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός διαβρώνει σταδιακά την πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων και των χρεών, επαναφέροντας τον παγκόσμιο ισολογισμό πιο κοντά στο ονομαστικό ΑΕΠ.

Το τρίτο είναι και το πιο επώδυνο, μια μεγάλη διόρθωση των αγορών, η οποία θα συμπαρασύρει τον πλούτο των αποταμιευτών και θα αφήσει την πραγματική οικονομία αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης.