«ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ»
Σκηνοθεσία – δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη
Μιμίκου, Βενετία Νάση
Φωτισμοί: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Μουσική: Χάρης Νείλας
Κινησιολογία: Μαριάννα Καβαλιεράτου
Κινηματογραφιστής: Στάθης Γαλαζούλας
Α΄ βοηθός σκηνοθέτιδος: Μαρία Ηλιάδη
Β΄ βοηθός σκηνοθέτιδος: Νικολέτα Σιώμου
Βίντεο – φωτογραφίες: Παναγιώτης Μανουσαρίδης
Παίζουν: Συμεών Κωστάκογλου, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Δημήτρης Γαλανάκης
Παραγωγή: Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κοζάνης
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου
Με τη συμμετοχή ανθρώπων της κοινότητας
Το έργο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών στις 14 και 15/7.
Πώς γίνεται μία παράσταση που ήταν βαρετή ενόσω την έβλεπες, να καταλαμβάνει το μυαλό σου το επόμενο πρωί και να σε εντυπωσιάζει; Προς τι η διαφορά φάσης; Μήπως είναι τελικά δυνατότερη κι από τις άλλες, από τις οποίες νιώθεις να βγαίνεις αιωρούμενος δέκα εκατοστά πάνω από το έδαφος; Σε αυτήν την περίεργη κατηγορία ανήκει η «Γη της Επαγγελίας», που παίχτηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Είναι θέατρο ντοκιμαντέρκαι βασίζεται σε ηχογραφημένες συνεντεύξεις εργαζομένων στα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ στο Αμύνταιο Φλώρινας. Ο θεατής παρακολουθεί την ιδιότυπη καθημερινότητα μιας επαγγελματικής τάξης η οποία ακυρώθηκε με την κατάργηση της χρήσης του λιγνίτη. Μιλούν άνθρωποι που δούλεψαν μόνο εκεί, σε βασικά πόστα, αλλά όχι «θέσεις-κλειδιά», τα οποία όμως συνιστούσαν τη «ραχοκοκαλιά» της διαδικασίας εξόρυξης.
Ο θεατής ακούει τις ηχογραφήσεις και διαβάζει το ίδιο υλικό, που απομαγνητοφωνημένο προβάλλεται σε οθόνη. Επί της σκηνής, υπάρχει ένα επιλεκτικά διαμορφωμένο «τοπίο» από στοιχεία εργοταξίου – ένα τεράστιο ξύλινο καρούλι ηλεκτρικών καλωδίων, κομμάτια λιγνίτη, μικρή καντίνα, τραπεζάκι, καρέκλες κι άλλα παρεμφερή.

Η αφήγηση δεν έχει σπουδαίες εξάρσεις ούτε ξεφεύγει από τα αναμενόμενα. Κι ας υπάρχει «εξωτισμός» σε όλα αυτά που είναι μακρινά για τη ζωή στην πόλη. Για παράδειγμα, τα τεράστια μεγέθη των μηχανημάτων, των οποίων φωτογραφίες προβάλλονται στην ίδια οθόνη. Είναι εικόνες που συμπληρώνουν την αίσθηση του ανοίκειου που γεννούν οι συνεντεύξεις. Επειδή πρόκειται για φυσικό τοπίο καθόλου ευχάριστο στο βλέμμα, εξαιτίας του συνεχούς σπαραγμού και της ισοπέδωσής του. Δεν είναι πρόβλημα επιλογής φωτογραφιών η αίσθηση «ξενότητας» που γεννούν. Αντιθέτως, είναι αισθητικοποιημένες, ακολουθώντας πρότυπα καλλιτεχνικής φωτογράφησης βιομηχανικών χώρων. Το θέμα τους, όμως, δεν δείχνει λιγότερο σκληρό με την αισθητικοποίησή του.
Μίνι εποποιία
Ισως αυτή η ανεπαίσθητη απώθηση που προκαλούν οι εικόνες, σε συνδυασμό με την μπαναλιτέ των αφηγήσεων, να ήταν οι βασικοί λόγοι που ο θεατής δεν ακολουθούσε τον δραματουργικό μίτο την ώρα που έβλεπε την παράσταση. Και αποχωρούσε έχοντας λάβει κάποια συνεπή τεκμηρίωση για ένα θέμα, που παρέμενε όμως εξαρχής αδιάφορο. Και όπως είναι αναμενόμενο, υπό μια τέτοια προδιάθεση, ο θεατής δεν έφτανε στην ουσία της πολιτικής και ηθικής διάστασης του έργου. Ωστόσο, η παράσταση του προσέφερε ελκυστικά «πατήματα» για να κρατηθεί κοντά της. Ενα παράδειγμα θα ήταν η σκηνή με τίτλο «Η Φωνή». Σε αυτήν ο εργαζόμενος που δίνει συνέντευξη δεν είχε φωνή, λόγω τραχειοτομής. Ευλόγως, λοιπόν, το στοιχείο αυτό και η αλληγορία που αποτελεί για τις συνέπειες στην υγεία μιας τόσο βαριάς δουλειάς, θα έπρεπε να κινητοποιούν συναισθηματικά το κοινό. Μια πιθανή ερμηνεία της απάθειας του θεατή θα ήταν η παγερότητά του για επαγγελματικές τάξεις καταχωρισμένες μέσα του ως όχι και τόσο συμπαθείς. Οπως οι «ΔΕΗτζήδες» του τότε, που οργάνωναν διεκδικητικές κινητοποιήσεις, με αντίκτυπο στην ομαλή ηλεκτροδότηση και με αιτήματα τα οποία πολύς κόσμος θεωρούσε σημάδια συντεχνιακής απληστίας. Είναι πιθανό, λοιπόν, το διάκενο μεταξύ κοινού και παράστασης να διανοιγόταν από την προκατάληψη των θεατών για μια μη συμπαθή συντεχνία. Για την οποία, η παράσταση, ενώ δεν προσπαθούσε να την αγιοποιήσει, επεδίωκε να τεκμηριώσει ότι υπήρξε θύμα περιστάσεων και των εξελίξεών τους. Σίγουρα δεν επιχειρούσε να γράψει την «Ιλιάδα» των ορυχείων της Δυτικής Μακεδονίας. Αλλά ήθελε να σχηματιστεί η εντύπωση μιας σύγχρονης τραγικής εποποιίας μίνι διαστάσεων, με προσοχή ώστε να μην εξοκείλει προς το μελό ενός μοιρολογιού.
Η «Γη της Επαγγελίας» ήταν μια παράσταση μόνο φαινομενικά ταπεινή. Επί της ουσίας της ήταν φοβερά περήφανη και για όσα μεταφέρει στο κοινό και για τη μοναξιά της στον χώρο του θεάτρου σήμερα.
Το θέατρο ντοκιμαντέρ είναι κατά κάποιον τρόπο καταδικασμένο από τη φύση του σε μια «απιστία» στην τεκμηρίωση, επειδή εναποθέτει σε δραματουργούς και ηθοποιούς το αρχικό υλικό μαρτυριών και εξειδικευμένων πληροφοριών. Ωστόσο, είναι ένα θέατρο απολύτως ικανό να διατηρεί την ένταση του λόγου και του συναισθήματος, να μεταφέρει την όποια οξύτητα ενός ιδιόλεκτου και να πείθει με τα μέσα του, για να καταλήξει στην πολιτική και ηθική βάση που σκοπεύει να αναδείξει.
Καθαρές λύσεις
Η «Γη της Επαγγελίας» δεν ακολούθησε τη λογική της δραματοποίησης του τεκμηριωτικού υλικού, παρά πρότεινε κάτι πολύ πιο καθαρό: την παρέδωσε στο κοινό ως μια ωμή ηχητική καταγραφή μαρτυριών. Δηλαδή, ξεκίνησε κουβαλώντας ένα «αντιθεατρικό» εμπόδιο, που λειτουργούσε όμως προς όφελος της τεκμηρίωσης. Και για να μεταφέρει στο κοινό τη ζωτικότητα του θεάτρου ντοκιμαντέρ, προτίμησε κάποιες πολύ μικρής κλίμακας αισθητικοποιήσεις, των οποίων τη δύναμη κρούσης θα παρήγε ακριβώς η έλλειψη εκείνης της «μεγαλαυχίας» που σχεδόν μοιραία σέρνει πίσω της η κάθε δραματοποίηση του αρχικού υλικού. Γι’ αυτό οι δράσεις που συνέβαιναν στη σκηνή, επειδή δεν έδειχναν να έχουν συνοχή, έστεκαν ως «ράκη» μνήμης των ανθρώπων που έδιναν τις συνεντεύξεις. Δηλαδή, σαν κάτι που κι αυτό «σβήνει», ενώ κάποτε φάνταζε παντοτινό και άφθαρτο.
Ακολουθώντας μια σκηνοθετική τακτική που φαινομενικά ήταν εις βάρος της, η παράσταση απέδωσε κάτι το συγκινητικό: την αλήθεια ότι οι άνθρωποι που δούλευαν στα λιγνιτωρυχεία υπέστησαν μια ηθική προσβολή: αντιμετωπίστηκαν ως αναλώσιμοι, όσο και τα μηχανήματα που χειρίζονταν, τα οποία «σκουπιδοποιήθηκαν» λόγω τερματισμού των εργασιών.
Κατ’ επέκτασιν, είναι ένα θεατρικό ντοκιμαντέρ που κατά βάθος αναρωτιέται σε υπαρξιακή βάση τι εστί άνθρωπος και τι ανθρώπινο. Και αγγίζει το τι εστί ανθρωπισμός. Γιατί επιλέγει να ασχοληθεί με μια επαγγελματική τάξη που δεν υπήρξε ιδιαιτέρως συμπαθής. Ακριβώς για να μας θυμίσει ότι στην Ευρώπη ο ανθρωπισμός αποδεικνύεται (ή έστω αποδεικνυόταν) στην πράξη μέσω της ασταμάτητης διεύρυνσης της ανθρωπιστικής θέσης, κυρίως προς όσους δεν αντέχουμε. Και αυτό –ειδικά σε όσους από το κοινό βαρέθηκαν-– δείχνει πόσο εύκολα χάνουμε τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά μας.
Η «Γη της Επαγγελίας» ήταν μια παράσταση μόνο φαινομενικά ταπεινή.
Επί της ουσίας της ήταν φοβερά περήφανη και για όσα μεταφέρει στο κοινό και για τη μοναξιά της στον χώρο του θεάτρου σήμερα. Η οποία μοναξιά της, όμως, υπογραμμίζει και επιβεβαιώνει το αυθύπαρκτο και την ανεξαρτησία της ως συνθετικής μεθόδου.