Στη σχολική τάξη με διδακτορικό

Φόρτωση Text-to-Speech…

Συνολικά 2.611 κάτοχοι διδακτορικού τίτλου κατέθεσαν φέτος αίτηση για να προσληφθούν στη δημόσια εκπαίδευση. Το ποσοστό του 3% που αποτελούν οι κάτοχοι διδακτορικού στο σύνολο των υποψηφίων (87.971) δεν είναι μικρό, εάν αναλογιστούμε πως η διδακτορική διατριβή γίνεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων από κάποιον που θέλει να εργαστεί στον ερευνητικό τομέα ή να διεκδικήσει πανεπιστημιακή θέση. Αποκτά υψηλότερο ακαδημαϊκό στάτους, και άρα καλύτερη θέση και απολαβές. Γιατί λοιπόν να επιθυμεί να εργαστεί στην υποχρεωτική εκπαίδευση, με χαμηλότερο μισθό και επαγγελματικές προοπτικές, και με βεβαιότητα πως θα ταλαιπωρηθεί σε απομακρυσμένες περιοχές μέχρις ότου βρει θέση σε σχολείο στον τόπο της κατοικίας του.

Ειδικότερα, από τα στοιχεία των πινάκων του ΑΣΕΠ προκύπτει ότι οι δύο στους δέκα βιολόγους (18,14%) που έκαναν αίτηση για πρόσληψη στη μέση εκπαίδευση έχουν διδακτορικό. Ακολουθούν, συμπληρώνοντας την πρώτη πεντάδα, οι χημικοί μηχανικοί (12,94%), οι χημικοί (10,99%), οι κάτοχοι διδακτορικού στην ιατρική (10,42%), οι φυσικοί (9,97%).

Βεβαίως, καθώς είναι οι πολυπληθέστερες ειδικότητες λόγω και των ωρών διδασκαλίας που αντιστοιχούν στα μαθήματά τους, σε απόλυτους αριθμούς προηγούνται οι φιλόλογοι (613, ποσοστό 2,15%) και ακολουθούν οι φυσικοί (373), οι βιολόγοι (324), οι χημικοί (216) και οι μαθηματικοί (161).

Οι αιτίες

Η παρουσία τόσο πολλών διδακτορικών στους πίνακες του ΑΣΕΠ για προσλήψεις στην εκπαίδευση αποδίδεται σε διαφόρους λόγους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου, ο κυριότερος λόγος που νέοι επιστήμονες εκπόνησαν διδακτορική διατριβή (57,1% των νέων διδακτόρων) ήταν το προσωπικό ενδιαφέρον για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης ερευνητικής δραστηριότητας. Ακολουθούν, με σημαντική διαφορά, η προοπτική να ακολουθήσουν οι νέοι διδάκτορες ακαδημαϊκή σταδιοδρομία (21,6%) και η πρόσβαση σε καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες (19,1%). Μόλις για το 1,4% των νέων επιστημόνων η ανάγκη διερεύνησης ενός τεχνικού, παραγωγικού προβλήματος ήταν ο κύριος λόγος εκπόνησης της διατριβής.

Φέτος, από το σύνολο των 87.971 αιτήσεων, οι 2.611 αφορούν κατόχους διδακτορικού τίτλου σπουδών.

«Νομίζω πως ένας λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν τόσο πολλές ευκαιρίες για να βρουν μία ικανοποιητική δουλειά στο πεδίο της έρευνάς τους, είτε σε κάποιο ερευνητικό κέντρο επιχείρησης είτε στον ακαδημαϊκό χώρο. Συνήθως όσοι θέλουν να συνεχίσουν την έρευνά τους στην Ελλάδα, θα πρέπει να προσληφθούν σε κάποιο ερευνητικό κέντρο μέσω κάποιου προγράμματος ΕΣΠΑ και να βρίσκονται σε συνεχή αβεβαιότητα για το εργασιακό τους μέλλον. Και μην αγνοείτε πως οι άνθρωποι που έχουν αποκτήσει μεταπτυχιακό τίτλο είναι, στην πλειονότητά τους, άνω των τριάντα ετών», λέει στην «Κ» έμπειρος καθηγητής στη μέση εκπαίδευση και κάτοχος διδακτορικού. Η πλειονότητα των διδακτόρων ολοκληρώνει τις διδακτορικές σπουδές σε τέσσερα έως έξι έτη: 18,7% σε τέσσερα, 20,2% σε πέντε και 14,0% σε έξι. Σημαντικό ποσοστό αποτελούν και όσοι χρειάστηκαν πάνω από 9 χρόνια (12,2%).

Αρα, εάν δεν τα καταφέρει να βρει δουλειά στην έρευνα, μία διέξοδος είναι και η εκπαίδευση, στην περίπτωση που κάποιος δεν θέλει να μεταναστεύσει στο εξωτερικό. «Μπορεί να εργαστείς σε κάποιο ερευνητικό πρόγραμμα και παράλληλα σε κάποιο φροντιστήριο. Το έχω κάνει», παρατηρεί στην «Κ» ο 45χρονος χημικός Κ. Ν.

Η μοριοδότηση

Το διδακτορικό προσφέρει, άλλωστε, 400 μόρια για την κατάταξη των υποψηφίων στους πίνακες του ΑΣΕΠ για πρόσληψη σε δημόσιο σχολείο. Το μεταπτυχιακό δίνει 180 μονάδες και το integrated master 90 μονάδες. «Αυτό σημαίνει ότι με δύο τέτοιους τίτλους, ένας εκπαιδευτικός μπορεί να πάρει μόρια όσα και ένας άλλος που έχει έξι χρόνια προϋπηρεσία σε δημόσιο σχολείο και επτά σε ιδιωτικό», όπως λέει στην «Κ» ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ) Γεώργιος Χριστόπουλος.

Ο ίδιος αναδεικνύει και μία άλλη πτυχή του αγώνα που κάνουν οι πτυχιούχοι για μία θέση στον δημόσιο τομέα, εν προκειμένω στην εκπαίδευση. «Πολλοί τίτλοι μεταπτυχιακών σπουδών προέρχονται από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, για τα οποία ωστόσο οι έλεγχοι δεν είναι σοβαροί για την ποιότητα της διδασκαλίας και για το αδιάβλητο και την αξιοπιστία των εξετάσεων. Η ηγεσία του ΑΣΕΠ έχει μιλήσει για “πτυχία μηδενικής αξίας”, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας παραδέχεται το πρόβλημα. Χρειάζεται να γίνουν αυστηροί οι έλεγχοι για τα πτυχία αυτά, σε μία αγορά που αναπτύσσεται ραγδαία», τονίζει.