Στέφανος Μάνος (1939 – 2026): Τόλμη, μέθοδος και αίσθηση καθήκοντος

Φόρτωση Text-to-Speech…

Αν σκεφτεί κανείς ότι τα χρόνια της «συστημικής» συμμετοχής του Στέφανου Μάνου στο πολιτικό παιχνίδι μόλις ξεπερνούσαν τα είκοσι (1977-1998), ο απολογισμός όσων πέτυχε είναι πραγματικά απίστευτος. Τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα. Δεν θα τον επιχειρήσω, γιατί άλλοι το έκαναν κατά κόρον αυτές τις μέρες. Θα σταθώ μόνο σε μιαν αυτονόητη διαπίστωση: χάρη στο έργο του, ο Στέφανος Μάνος εντάσσεται στον πολύ στενό κύκλο των πολιτικών της σύγχρονης Ιστορίας μας που, ως υπουργοί, άφησαν χειροπιαστό έργο προορισμένο να μείνει. Πώς τα κατάφερε;

Δεν θα σταθώ στην ικανότητά του να βλέπει πιο μακριά από τον συνήθη πολιτευόμενο της γενιάς του. Οι γερές σπουδές, μια πλατιά γενική παιδεία και η συστηματική παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων –διάβαζε τουλάχιστον δύο ξένες εφημερίδες τη μέρα– του το επέτρεπαν. Δεν θα σταθώ ούτε στην τόλμη του να επιλέγει τη λύση που κάθε φορά έκρινε ορθότερη, χωρίς να λογαριάζει το πολιτικό κόστος, όσο η πλειοψηφία των ομοτέχνων του (τόλμη, σημειωτέον, που του κόστισε εκλογικές αποτυχίες, αλλά και πολλά χρόνια μοναξιάς στον πολιτικό στίβο).

Με ποιους δούλευε

Θα μείνω, τουναντίον, σε έναν παράγοντα που έχει υποβαθμιστεί στις περισσότερες αναφορές στο έργο του: την καλή προετοιμασία των φακέλων. Σε τι συνίστατο αυτή; Στηριζόταν, πρώτα-πρώτα, στην επιλογή των ικανότερων συνεργατών, με προτεραιότητα στα μόνιμα στελέχη των υπουργείων στα οποία υπηρέτησε. Πίστευε, εν ολίγοις, ότι η επιβολή μετακλητών συνεργατών «εκ των άνω» έπρεπε να γίνεται με μέτρο, να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, όπως συνήθως συμβαίνει με τους περισσότερους υπουργούς στις μέρες μας. Προτιμούσε, με άλλα λόγια, να βασίζεται στους μόνιμους υπαλλήλους, που ανάμεσά τους, όπως ισχυριζόταν, υπήρχαν και υπάρχουν –δυστυχώς στη ναφθαλίνη– πολλά στελέχη υψηλότατης στάθμης και διαμάντια εντιμότητας. Η πρόκληση γι’ αυτόν ήταν πώς, από τη μια μέρα στην άλλη, να τους εμπνεύσει ενθουσιασμό.

Η δεύτερη προτεραιότητα του Μάνου, κατά το στάδιο του σχεδιασμού, ήταν η σχολαστική συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων στοιχείων για το προς επίλυση πρόβλημα. Τον ενδιέφεραν, πιο συγκεκριμένα, η προϊστορία του ζητήματος, οι προηγούμενες απόπειρες για την επίλυσή του και προπάντων γιατί αυτές απέτυχαν. Από εκεί και πέρα, έπρεπε να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, στατιστικά και άλλα, και η επεξεργασία τους από ικανά στελέχη. Η προτροπή προς τους συνεργάτες του «να μετρούν» έχει μείνει παροιμιώδης.

Ο νόμος για τη χρήση γης – Ο Μάνος έφερε στη Βουλή τον ν. 947/1979, ο οποίος προέβλεψε για πρώτη φορά τις γενικές και τις ειδικές χρήσεις γης. Βάσει του νόμου αυτού προχώρησε τότε στην ανάπλαση της Πλάκας, στις πρώτες πεζοδρομήσεις και στην κήρυξη 400 παραδοσιακών οικισμών.

Από τη σκοπιά μου θα σταθώ σε μια λιγότερο σχολιασμένη πτυχή της προετοιμασίας των φακέλων από τον Μάνο: τον νομικό σχεδιασμό τους. Πρώτα-πρώτα, έπρεπε να συγκροτηθεί το κατάλληλο επιτελείο. Είναι το μόνο πεδίο στο οποίο ο Μάνος αναζητούσε συστηματικά συνεργάτες εκτός δημόσιου τομέα, δηλαδή δικηγόρους με πείρα στο συγκεκριμένο κάθε φορά αντικείμενο, τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή πιάτσα. Ακόμη θυμάμαι πόσο αποτελεσματικά μας είχε αντιμετωπίσει ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας, το 1992, όταν είχε προχωρήσει σε μια ιδιωτικοποίηση, την οποία θεωρούσαμε αντισυνταγματική. Επικεφαλής των νομικών του συμβούλων ήταν ο μακαρίτης Χρίστος Πολίτης. Λες και είχαμε να κάνουμε με ειδικευμένη αμερικανική δικηγορική εταιρεία.

Τομές για την πολεοδομία

Oμως για να φτάσει σε αυτό το σημείο χρειαζόταν και στρατηγικός σχεδιασμός. Θυμίζω ότι, χάρη στο ζεύγος Καρρά, στο Σύνταγμα του 1975 είχε περιληφθεί το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος, ένα άρθρο πρωτοποριακό για την εποχή του. Ο ίδιος έφερε στη Βουλή τον ν. 947/1979, ο οποίος προέβλεψε για πρώτη φορά τις γενικές και τις ειδικές χρήσεις γης σε επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού, θέτοντας κανόνες για το ποιος τύπος δραστηριότητας επιτρέπεται και πού (κατοικία, βιομηχανία, εμπόριο). Ο ίδιος νόμος προέβλεψε τη δυνατότητα αστικού αναδασμού και τις ζώνες ενεργού πολεοδομίας (ΖΕΠ) ως εργαλείο ανάπλασης ή ανάπτυξης νέων περιοχών. Βάσει του νόμου αυτού προχώρησε τότε στην ανάπλαση της Πλάκας, στις πρώτες πεζοδρομήσεις και στην κήρυξη 400 παραδοσιακών οικισμών σε όλη την Ελλάδα. Επρόκειτο για τομές στην οικεία νομοθεσία οι οποίες επέζησαν (σε αντίθεση με άλλες, τα χρόνια που ακολούθησαν, που έπεσαν στην παγίδα του μαξιμαλισμού και γι’ αυτό έμειναν ανεφάρμοστες).

Μεγάλα έργα – Στη δεύτερη θητεία του στο υπουργείο Περιβάλλοντος (1990-1992), ο Μάνος προχώρησε στον αρχικό σχεδιασμό των έργων που, τη δεκαετία που ακολούθησε, άλλαξαν τη μορφή της χώρας (αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», μετρό, Αττική Οδός, γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου).

Στη δεύτερη θητεία του στο υπουργείο Περιβάλλοντος στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1990-1992), ο Μάνος προχώρησε στον αρχικό σχεδιασμό των έργων που, τη δεκαετία που ακολούθησε, άλλαξαν τη μορφή της χώρας (αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», μετρό, Αττική Οδός, γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου). Σταθήκαμε τότε τυχεροί που οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ που ακολούθησαν, εν όψει και των Ολυμπιακών Αγώνων, τα προχώρησαν, δείχνοντας πόσο πολλά μπορούν να γίνουν όταν κατ’ αρχήν γίνεται σεβαστή η αρχή της συνέχειας του κράτους. Σημαντική υπήρξε στο σημείο αυτό η συμβολή του Κώστα Λαλιώτη, κάτι που οι περισσότεροι σχολιαστές παραλείπουν να αναφέρουν (από εμπάθεια;).

Για νέο Σύνταγμα

Ως δείγμα της πολιτικής των πλατιών οριζόντων που γοήτευε τον Στέφανο Μάνο, θα σταθώ, τέλος, στην κατάρτιση του «Καινοτόμου Συντάγματος», το 2016, από ομάδα εργασίας που συγκρότησε ο ίδιος, στην οποία μετείχε και άλλος ένας «απρόβλεπτος» της γενιάς του, ο Παναγής Βουρλούμης. Χωρίς να συμφωνούν όλοι οι συμμετέχοντες σε όλα, η ομάδα αυτή πρότεινε ένα Σύνταγμα απαλλαγμένο από περιττές διατάξεις και χωρίς τα κατοχυρωμένα προνόμια ορισμένων ομάδων (από τους καθηγητές πανεπιστημίου έως τους υποθηκοφύλακες). Με 11.500 λέξεις (αντί των 25.000 του ισχύοντος), το Σύνταγμα αυτό, σε μια σειρά από κεφάλαια που έκτοτε απασχολούν έντονα τον δημόσιο διάλογο –όπως η ποινική μεταχείριση των υπουργών, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών και ο εκλογικός νόμος–, πρότεινε ρεαλιστικές λύσεις. Αν κάποιες από αυτές είχαν έκτοτε γίνει δεκτές, το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης θα ήταν διαφορετικό.

Λίγες μέρες μετά τις εκλογές του 2007, αλλά και τις πυρκαγιές που κατέκαυσαν εκείνο το καλοκαίρι τη δυτική και την κεντρική Πελοπόννησο, ο Στέφανος Μάνος δημοσίευσε στην «Κ» άρθρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Συντηρητικοί και περιβάλλον». Σε αυτό, μεταξύ άλλων υποστήριζε:

«Την περασμένη Κυριακή ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Είναι φίλοι μου, ευκατάστατοι, ώριμοι (γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’40), διαβάζουν, τουλάχιστον, τους τίτλους της “Καθημερινής”. Πιστεύουν ότι γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις. Το 2004. Το 2000, το 1996 και όσο θυμούνται ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Είναι αρετή να μένεις σταθερός, να μην αλλάζεις. Οταν ακούν την κριτική μου, υπερθεματίζουν. “Ελα, καημένε, όλα σάπια είναι, το κράτος έχει διαλυθεί, δεν διορθώνεται πια”. Ενθουσιάστηκαν με την προοπτική της κατάργησης του φόρου κληρονομίας στα ακίνητα (που συμπλήρωσε την κατάργηση του φόρου κληρονομίας στις μετοχές [από την κυβέρνηση] του ΠΑΣΟΚ. Τα παιδιά τους σπούδασαν σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, η διάλυση ευτυχώς δεν τους άγγιξε. Ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία, χωρίς να περιμένουν πολλά-πολλά, σχεδόν τίποτε, ελπίζουν, χωρίς να το πολυπιστεύουν, ότι ο Καραμανλής θα είναι καλύτερος τη δεύτερη τετραετία. Οι ίδιοι δεν αλλάζουν, είναι σταθεροί στην επιλογή τους, ελπίζουν να αλλάξει επιλογή (η Νέα Δημοκρατία), να γίνει καλύτερη τόσο ώστε να δικαιολογεί την ψήφο τους. Αλλά και αν δεν αλλάξει, πάλι αυτήν θα ψηφίσουν. Τους ξέρει η Νέα Δημοκρατία. Τους έχει καταλάβει, έχει λάβει το μήνυμα» («Κ», 23.9.2007).

Λίγο προτού ξεσπάσει η κρίση των μνημονίων και οδηγηθεί η χώρα στα πρόθυρα της πτώχευσης, η προειδοποίηση αυτή του Στέφανου Μάνου πέρασε μάλλον ασχολίαστη. Να έδειξαν, άραγε, όσα δραματικά επακολούθησαν, πόσο καίρια ήταν; Και πόσο απαραίτητο είναι να έχουμε όλοι όχι βέβαια μια θυσιαστική αντίληψη της ζωής –που θα ήταν ουτοπικό να αξιώνει κανείς σήμερα–, αλλά μια στοιχειώδη αίσθηση του πατριωτικού καθήκοντος;

*Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.