Φόρτωση Text-to-Speech…
Είναι πλέον γνωστό ότι η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, η οποία συνεχίζει να σπάει ταμεία σε ελληνικό και παγκόσμιο box office, έχει πραγματοποιήσει τα γυρίσματά της σε διάφορα σημεία του κόσμου: Σκωτία, Σικελία, Βόρεια Αφρική, Ισλανδία, Ελλάδα, χωρίς να καταλαβαίνει ο θεατής σε ποια χώρα βρίσκεται κάθε φορά η κάμερα. Υπάρχει ωστόσο μια σκηνή όπου το ελληνικό τοπίο είναι τόσο χαρακτηριστικό και οικείο –τουλάχιστον σε εμάς– όσο και τα πεύκα που γεμίζουν την οθόνη. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του ανηφορίζουν προσεκτικά το βουνό, μέσα στο δάσος, ώσπου φτάνουν στο στόμιο μιας πελώριας σπηλιάς. Εκεί θα ανακαλύψουν γάλα, τυρί και απομεινάρια ζώων, ενώ σύντομα θα καταφτάσει και ο… «βοσκός». Ο κύκλωπας Πολύφημος μπαίνει στη σπηλιά μαζί με το κοπάδι, φράζοντας την είσοδο με μια τεράστια πέτρα και εγκλωβίζοντας έτσι τη συντροφιά στο εσωτερικό της.

Αθηναϊκό εργαστήριο
Αυτά στην ταινία και στο ομηρικό έπος. Στην πραγματικότητα η πέτρα κατασκευάστηκε σε ένα αθηναϊκό εργαστήριο, μεταφέρθηκε αρχικά στη Γιάλοβα και από εκεί με ελικόπτερο «πέταξε» μέχρι το ορεινό σπήλαιο του Νέστορος πάνω από τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς στη Μεσσηνία όπου η παραγωγή έστησε το λημέρι του Κύκλωπα.
«Η πιο σύνθετη κατασκευή αποδείχθηκε η πόρτα-μονόλιθος της σπηλιάς, γιατί είχε ύψος δέκα μέτρων, ενώ έπρεπε να είναι ανθεκτική αλλά συνάμα και πολύ ελαφριά. Τη ζυγίζαμε καθημερινά».
«Η πιο σύνθετη κατασκευή αποδείχθηκε η πόρτα-μονόλιθος της σπηλιάς του Πολύφημου, γιατί ήταν πολύ μεγάλη, είχε ύψος δέκα μέτρα, ενώ έπρεπε να είναι ανθεκτική αλλά συνάμα και πολύ ελαφριά. Τη ζυγίζαμε καθημερινά, καθ’ όλη την προετοιμασία της σκηνής. Τελικά έφτασε να ζυγίζει 450 κιλά, με εσωτερικό σκελετό και διάφορα μεικτά υλικά ως επικάλυψη. Οταν η πόρτα ήταν ανοιχτή, ξαπλωμένη ουσιαστικά στο έδαφος, όλο το συνεργείο, μαζί με τα πρόβατα, έπρεπε να περάσουν από πάνω για να μπουν μέσα», μας λέει η Δάφνη Καλογιάννη, η Ελληνίδα art director, η οποία είχε την επιμέλεια της κατασκευής των σκηνικών της «Οδύσσειας» που στήθηκαν στη χώρα μας.
Μιλώντας για προετοιμασία, η ίδια μας εξηγεί ότι το συγκεκριμένο κομμάτι είναι πάρα πολύ σημαντικό για το τμήμα της σκηνογραφίας, διότι «οι κατασκευές χρειάζονται χρόνο για να γίνουν στα εργαστήρια και έπειτα, όταν έχουν τοποθετηθεί στο σημείο που θα γίνει το γύρισμα, πρέπει να εναρμονιστούν με το τοπίο, εφόσον τοποθετούνται σε φυσικούς χώρους». Ιδιαίτερα σε μια ταινία όπως η «Οδύσσεια», όπου τα αληθινά σκηνικά και το φυσικό τοπίο κυριαρχούν έναντι των ψηφιακών απομιμήσεων, καταλαβαίνει κανείς ότι η δουλειά επαγγελματιών όπως η κ. Καλογιάννη γίνεται ακόμα πιο σύνθετη, αλλά και σημαντική.

Η ίδια έχει μεγάλη εμπειρία άνω των τριών δεκαετιών στον χώρο, έχοντας δουλέψει ως σχεδιάστρια παραγωγής ή art director σε ταινίες όπως τα «Γάμος α λα ελληνικά 3», «The Assassin», «Digger», «Attenberg» κ.ά. Πώς ήταν όμως η συνεργασία με μια χολιγουντιανή παραγωγή αυτού του βεληνεκούς; «Η εμπειρία ήταν μοναδική. Σε ένα τέτοιο μέγεθος παραγωγής η οργάνωση και η ετοιμότητα των διαφόρων τμημάτων είναι καθοριστικές. Προσωπικά βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και την πολυπολιτισμικότητα του συνεργείου. Σε κάθε χώρα που έγιναν γυρίσματα, υπήρχαν art directors, που ήταν υπεύθυνοι για την υλοποίηση των σκηνογραφικών επεμβάσεων και κατασκευών – για την Ελλάδα αυτή η δουλειά ανατέθηκε και σε εμένα».
Οι τοποθεσίες
Η εκτέλεση της «ομηρικής» αποστολής περιελάμβανε επισκέψεις σε αρκετές τοποθεσίες κατά τη διάρκεια του χειμώνα, στις οποίες επέστρεφε ξανά την άνοιξη για προετοιμασία και τελικά για τα γυρίσματα που διήρκεσαν περίπου πέντε εβδομάδες. Για την Καλογιάννη αυτό σήμαινε άμεση συνεργασία με ξένα και ελληνικά τμήματα της παραγωγής –η Faliro House Productions ανέλαβε την εγχώρια υλοποίησή της– αν και όχι με τον ίδιο τον Κρίστοφερ Νόλαν. Σε ένα πρότζεκτ αυτού του βεληνεκούς και της κλίμακας άλλωστε, ο μηχανισμός που συνδέει τα διάφορα τμήματα είναι αυστηρά καθορισμένος, ώστε όλα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το πλάνο της παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά βλέποντας κανείς τη δουλειά που έχει γίνει ώστε να χτιστεί π.χ. ο οικισμός των Κικόνων στην Ισμαρο ή να ετοιμαστεί για (αληθινή) πλεύση το καράβι του Οδυσσέα, δεν γίνεται παρά να τη θαυμάσει.

Φυσικά δεν γίνεται να μη ζητήσουμε από την κ. Καλογιάννη και την άποψή της για την ολοκληρωμένη ταινία, την οποία είδε και εκείνη πριν από μερικές ημέρες στον κινηματογράφο για πρώτη φορά. Μεταφέρθηκαν εκείνα για τα οποία δούλεψε όλο αυτό το διάστημα στο παρασκήνιο, με τον τρόπο που περίμενε στην οθόνη; «Σαν γενικός κανόνας, το πόσο φαίνεται κάτι στην οθόνη πολλές φορές δεν έχει να κάνει με τον χρόνο που χρειάστηκε για να κατασκευαστεί. Πιστεύω ότι έγιναν πάρα πολύ εντυπωσιακές επιλογές στους χώρους των γυρισμάτων στην Ελλάδα, οι οποίες, μαζί με τις σκηνογραφικές επεμβάσεις, έδωσαν ένα πολύ ωραίο αποτέλεσμα», καταλήγει.