Σώματα που αφηγούνται τη βία

Φόρτωση Text-to-Speech…

Σε μια άδεια ορχήστρα, πάνω σε ένα χαμηλό ξύλινο «πατάρι», επτά μακρόστενα ξύλινα ταμπλό όρισαν το θεατρικό και αισθητικό πεδίο όπου ο Νορβηγός χορογράφος, σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλαν Λουσιέν Ογεν ξετύλιξε τη δική του «Αντιγόνη» στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου την Παρασκευή και το Σάββατο.

Για τη δημιουργία αυτής της παράστασης χορού με αποσπάσματα πρόζας, ο Ογεν δήλωσε εξαρχής ότι με την ομάδα παραστατικών τεχνών winter guests –μόνιμοι συνεργάτες του εδώ και 20 χρόνια– εμπνεύστηκαν από την τραγωδία του Σοφοκλή διαμορφώνοντας μια νέα διασκευή.

Μόλις έσβησαν τα φώτα του θεάτρου κι έπεσε σκοτάδι πάνω στο κοίλο, μέσα από την ερημιά του γυμνού σκηνικού χώρου εμφανίζονται δύο μορφές – η μία τυφλή, η άλλη οδηγός της. Προχωρούν στο φως και περιγράφουν εικόνες πείνας, πολέμου και απόγνωσης. Σύντομα εμφανίζονται δύο άνδρες· είναι δυο αδέλφια. Αρχικά κινούνται με απόλυτη αρμονία, παίζουν και αστειεύονται ώσπου τα σώματά τους μπλέκονται σε μια πάλη και ο ένας πνίγει τον άλλον. «Δεν μπορώ να αναπνεύσω», λέει εκείνος που θα πεθάνει λίγο πριν ξεψυχήσει, μια κραυγή σαν ηχώ από το κίνημα Black Lives Matter. Η σύγκρουση των αδελφών μεταφέρεται έτσι από τον μυθικό κόσμο της Θήβας στη σύγχρονη εμπειρία της πρόσφατης ειδησεογραφίας.

Η παράσταση επιστρέφει ξανά και ξανά στη βία πάνω στο σώμα, ιδιαίτερα το γυναικείο. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, μια γυναίκα στέκεται εμπρός σε ένα μικρόφωνο, ενώ μια άλλη περφόρμερ εκφωνεί τα ονόματα διάσημων γυναικών –της Πακιστανής ακτιβίστριας Μαλάλα Γιουσαφζάι, της ηθοποιού Μέριλιν Μονρόε, της τραγουδίστριας Μπρίτνεϊ Σπίαρς– μαζί με αναφορές σε γυναίκες που «έρχονται» από την αρχαιοελληνική μυθολογία. Κάθε όνομα συνοδεύεται από μια διαφορετική μορφή καταδίκης: φόνος, βιασμός, λογοκρισία, χλευασμός, «διαγραφή».

Εδώ η σύνδεση με την «Αντιγόνη» της αρχαιότητας γίνεται πιο ουσιαστική. Η ηρωίδα του Σοφοκλή δεν είναι απλώς μια γυναίκα που παραβιάζει έναν νόμο· αρνείται να δεχτεί ότι η κρατική εξουσία έχει τον τελευταίο λόγο πάνω στο σώμα, τη μνήμη και την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου. Ο Ογεν διευρύνει αυτή τη σύγκρουση κάνοντας την κόρη του Οιδίποδα μέρος μιας ευρύτερης ιστορίας για το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει και ποιος αποφασίζει ποια ζωή αξίζει να τιμάμε και να θυμόμαστε.

Ο Νορβηγός χορογράφος και σκηνοθέτης επέλεξε να παρουσιάσει την ηρωίδα του Σοφοκλή ως μέρος μιας ευρύτερης αναζήτησης σχετικά με το ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποια ζωή αξίζει να τιμάμε και να θυμόμαστε.

Παραδόξως, παρά την οδυνηρή συνθήκη, στην παράσταση υπήρξε χώρος για γερές δόσεις χιούμορ και τρυφερότητας. Σε μια από τις πιο ανθρώπινες σκηνές, μια ηλικιωμένη γυναίκα την οποία υποδύεται μοναδικά η Νασαρέθ Παναντέρο –πρώην μέλος του Χοροθεάτρου της Πίνα Μπάους όπως κι άλλοι χορευτές της «Αντιγόνης» του Ογεν– συζητά με έναν φίλο για τη μουσική και τη μνήμη, μέχρι που αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για ένα ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης. Οι απαντήσεις του είναι άψογες και μηχανικά ακριβείς, ενώ εκείνη παραμένει ευάλωτη και βαθιά ανθρώπινη. Η σκηνή αντιπαραθέτει την ικανότητα μιας μηχανής να αναπαράγει πληροφορία με την ανθρώπινη ανάγκη να μοιραστούμε τις αναμνήσεις μας με άλλους.

Η αφαιρετική σκηνική γλώσσα του Ογεν ενίσχυσε αυτή την αντίθεση. Τα επτά ξύλινα «τείχη» δεν αναπαριστούσαν την επτάπυλη Θήβα, ούτε έναν συγκεκριμένο τόπο. Αφησαν τα σώματα, τις φωνές και τις εικόνες να μεταφέρουν το βάρος της αφήγησης. Οι χορευτές-περφόρμερ ήταν όλοι θαυμάσιοι: εμπειρία, τεχνική, εκφραστικότητα, συναίσθημα, σκηνική οικονομία αλλά επίσης αυτοσχεδιασμός.

Το τίμημα

Η μινιμαλιστική προσέγγιση αυτής της «Αντιγόνης» ωστόσο είχε και το τίμημά της: καθώς η αρχική ιστορία διαλυόταν σταδιακά, οι συνδέσεις ανάμεσα στις σκηνές δεν ήταν πάντοτε ισχυρές, ούτε ευανάγνωστες. Αυτό έγινε πιο αισθητό καθώς ο Ογεν προσπάθησε να χωρέσει στην παράσταση όλες τις «πληγές» του σύγχρονου κόσμου. Κάποιοι παραλληλισμοί με το παρόν ήταν εύστοχοι και σχετικοί με την αρχαία τραγωδία, κάποιοι άλλοι έμεναν μετέωροι.

Υπερδύναμη της παράστασης πλην των χορευτών, η μουσική και οι φωτισμοί, που λειτούργησαν καθοριστικά στην ενοποίηση του υλικού. Η ανάγκη μείωσης της διάρκειας του έργου όπως παρουσιάστηκε στα κλειστά θέατρα του εξωτερικού λόγω του υπαίθριου χώρου της Επιδαύρου, πιστεύουμε ότι συνέβαλε στην αίσθηση του ασύνδετου που ενίοτε μας ξένιζε. Δεν ήταν πάντως αυτός ο λόγος για τις αναχωρήσεις θεατών ήδη από το πρώτο μισάωρο. Προφανώς δεν είχαν καταλάβει ότι θα παρακολουθούσαν ένα σύγχρονο χοροθέατρο, απαιτητικό δημιούργημα ομολογουμένως, αλλά γεμάτο καρδιά.