Παρά τις έντονες αναταράξεις που προκάλεσε στο εσωτερικό της κυβέρνησης ο πρόσφατος ανασχηματισμός, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δείχνει να μην ανησυχεί για την πολιτική του επιβίωση. Ενόψει της επιστροφής του από τις θερινές διακοπές, επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, δηλώνοντας την περασμένη εβδομάδα πως «τα πνεύματα θα έχουν ηρεμήσει έως τον Σεπτέμβριο». Φαίνεται, ωστόσο, να υποτιμά την έντονη δυσαρέσκεια που σιγοβράζει στο εσωτερικό του κόμματός του, σχολιάζει σε ανάλυσή του το Politico.
Καθώς πλησιάζουν οι κρίσιμες τοπικές εκλογές του Σεπτεμβρίου —στις οποίες η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) συγκεντρώνει ρεαλιστικές πιθανότητες να αναλάβει τη διακυβέρνηση ενός γερμανικού κρατιδίου για πρώτη φορά— η συζήτηση για ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας στην καγκελαρία το προσεχές φθινόπωρο γίνεται πλέον ανοιχτά.
Αν και η δημόσια κριτική προέρχεται κυρίως από στελέχη που έμειναν εκτός του νέου κυβερνητικού σχήματος, στο παρασκήνιο η κατάσταση είναι διαφορετική. Ολο και περισσότερα μέλη της κεντροδεξιάς Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) εξετάζουν ένα σενάριο που φαντάζει σχεδόν αδιανόητο για τα γερμανικά δεδομένα: την αποπομπή του ηγέτη τους έπειτα από μόλις έναν χρόνο παραμονής στην εξουσία.
Ιστορικά, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης φημίζεται για την πολιτική της σταθερότητα, αποφεύγοντας τις συχνές εναλλαγές κυβερνήσεων που παρατηρούνται στη μεταπολεμική Ιταλία ή τη Βρετανία στη μετά-Brexit εποχή. Εντούτοις, η διαφαινόμενη εκλογική άνοδος του AfD, σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες απώλειες του CDU, απειλεί να ανατρέψει τις παραδοσιακές ισορροπίες της χώρας.
Η κεντρική ιδέα πίσω από την πιθανή αντικατάσταση του καγκελαρίου (Kanzlertausch) είναι η ανάγκη των συντηρητικών να περιορίσουν τις απώλειες στα ανατολικά κρατίδια. Στόχος τους είναι να δώσουν νέα δυναμική στην παράταξη, απομακρύνοντας έναν ηγέτη που αδυνατεί να ανακάμψει από τα ιστορικά χαμηλά ποσοστά δημοτικότητάς του.
Το ρίσκο, ωστόσο, παραμένει τεράστιο. Το AfD, όντας πλέον η κορυφαία πολιτική δύναμη σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, θα σπεύσει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο κάθε ίχνος κυβερνητικής αστάθειας. Παράλληλα, η απομάκρυνση ενός καγκελαρίου πολύ πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του θα οδηγούσε τη χώρα σε εντελώς αχαρτογράφητα πολιτικά ύδατα.
Είναι ενδεικτικό ότι, στη μεταπολεμική Γερμανία, μόλις τρεις εν ενεργεία καγκελάριοι έχουν αντικατασταθεί από πολιτικό της ίδιας παράταξης:
- Το 1963, όταν ο 87χρονος Κόνραντ Αντενάουερ παραιτήθηκε υπέρ του Λούντβιχ Ερχαρντ.
- Το 1966, μετά την κατάρρευση του συνασπισμού του Ερχαρντ.
- Το 1974, όταν ο Σοσιαλδημοκράτης Βίλι Μπραντ αποχώρησε στον απόηχο ενός σκανδάλου κατασκοπείας.
Υπό τα τωρινά δεδομένα, ο Χέντρικ Βουστ, πρωθυπουργός του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αναδεικνύεται ως ο επικρατέστερος διάδοχος του Μερτς. Το ζήτημα έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του γερμανικού Τύπου, με αποκορύφωμα το πρόσφατο εξώφυλλο του περιοδικού Der Spiegel, το οποίο έκανε λόγο για «Εξέγερση στο Παλάτι».
Συντηρητικοί πολιτικοί, μιλώντας ανώνυμα στο POLITICO, επιβεβαίωσαν τον εσωκομματικό αναβρασμό. Η εντεινόμενη δυσαρέσκεια μαρτυρά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις ηγετικές ικανότητες του καγκελαρίου, καθώς κυριαρχεί η άποψη ότι δεν θα καταφέρει να διατηρήσει την κομματική συνοχή εάν το AfD επικρατήσει στις τοπικές εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το AfD ενδέχεται να εξασφαλίσει αυτοδυναμία στη Σαξονία-Aνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου, ενώ φαίνεται έτοιμο να επικρατήσει στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και να καταγράψει υψηλά ποσοστά στο Βερολίνο στις 20 Σεπτεμβρίου. Εντείνεται, επίσης, ο φόβος ότι μεμονωμένα στελέχη του CDU στην ανατολική Γερμανία ίσως στηρίξουν μια τοπική κυβέρνηση του AfD, αθετώντας τη ρητή δέσμευση περί μη συνεργασίας με την ακροδεξιά.
Κυβερνητική πηγή χαρακτήρισε τη σχετική συζήτηση «πρόωρη», τονίζοντας ότι το εκλογικό αποτέλεσμα στην ανατολική Γερμανία θα είναι καθοριστικό για το μέλλον του καγκελαρίου. Επισημάνθηκε, δε, ότι κανένα κορυφαίο στέλεχος δεν τον έχει αμφισβητήσει ανοιχτά μέχρι στιγμής. Ακόμα κι έτσι, η διογκούμενη ανησυχία είναι ολοφάνερη σε ένα κόμμα που παραδοσιακά διακρίνεται για την πειθαρχία του.
Κίνδυνος αποσταθεροποίησης
Ενδεχόμενη παραίτηση του Μερτς θα προκαλούσε ισχυρούς κλυδωνισμούς στο πολιτικό σύστημα της Γερμανίας. Μια τέτοια εξέλιξη, μόλις δύο χρόνια μετά την κατάρρευση του προηγούμενου κεντροαριστερού συνασπισμού, θα μπορούσε εύκολα να πυροδοτήσει πρόωρες εκλογές.
Ο Κάι Αρτσχαϊμερ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς, εξηγεί ότι ο κατακερματισμός του γερμανικού κομματικού συστήματος έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές. Πλέον, τα κεντρώα κόμματα αναγκάζονται συχνά να σχηματίζουν ετερόκλητους συνασπισμούς, προκειμένου να αποκλείσουν τις ακραίες φωνές από την εξουσία.
«Σε σύγκριση με τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, η Γερμανία βιώνει μια παρατεταμένη περίοδο μειωμένης πολιτικής σταθερότητας. Βέβαια, κρίνοντας από τη σημερινή ευρωπαϊκή κανονικότητα, θα έλεγε κανείς ότι η Γερμανία απλώς βιώνει τώρα αυτό που άλλες χώρες αντιμετωπίζουν εδώ και καιρό», σημείωσε ο καθηγητής.
Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν οι εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. «Μια συντηρητική παράταξη που σπαράσσεται δεν ωφελεί κανέναν στον δημοκρατικό χώρο», υπογράμμισε στο X η Κριστιάν Χόφμαν, πρώην εκπρόσωπος του κεντροαριστερού καγκελαρίου Ολαφ Σολτς. Ζητώντας «λίγη σταθερότητα», πρόσθεσε: «Επικρατεί μια συνεχής γκρίνια και μεμψιμοιρία, χωρίς σαφή κατεύθυνση. Η Ευρώπη φλέγεται. Θα μπορούσαν κάποιοι να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους;»
Τα σενάρια της επόμενης μέρας
Το σενάριο της ομαλής μετάβασης προϋποθέτει την οικειοθελή αποχώρηση του Μερτς, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πλειοψηφική εκλογή του διαδόχου του. Εάν, ωστόσο, αρνηθεί να παραιτηθεί, οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι θα αναγκαστούν να τον ανατρέψουν μέσω μιας πρότασης μομφής στο κοινοβούλιο, εκλέγοντας ταυτόχρονα τον αντικαταστάτη του. Eνας τόσο ακραίος πολιτικός ελιγμός θα απειλούσε με διάλυση τον κυβερνητικό συνασπισμό μεταξύ του CDU, του βαυαρικού αδελφού κόμματος (CSU) και των Σοσιαλδημοκρατών.
Προς το παρόν, ο Μερτς εξακολουθεί να απολαμβάνει τη στήριξη κορυφαίων συντηρητικών στελεχών. Ο Μάρκους Ζέντερ, ο ισχυρός πρωθυπουργός της Βαυαρίας και ηγέτης του CSU, δήλωσε το Σαββατοκύριακο «απόλυτα πεπεισμένος ότι ο Φρίντριχ Μερτς θα παραμείνει καγκελάριος». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι μια αλλαγή ηγεσίας θα βύθιζε τους συντηρητικούς στο απόλυτο χάος.
«Θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές. Και όποιος επιθυμεί κάτι τέτοιο στην παρούσα συγκυρία, θέλει μόνο ένα πράγμα: την άνοδο των ακραίων στην εξουσία. Γι’ αυτό, η κατεπείγουσα συμβουλή μου είναι να επικεντρωθούμε στο έργο μας και να αναλωνόμαστε λιγότερο σε παρασκηνιακές εικασίες», κατέληξε ο Ζέντερ.
Σε εθνικό επίπεδο, οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια ζοφερή εικόνα για τους συντηρητικούς. Ο μέσος όρος των μετρήσεων του POLITICO φέρνει το AfD στην πρώτη θέση με 28%, αφήνοντας το κόμμα του Μερτς στο 21%. Την ίδια στιγμή, μόλις το 13% των Γερμανών δηλώνει ικανοποιημένο από τις επιδόσεις του καγκελαρίου (βάσει του ARD-DeutschlandTrend) –το χαμηλότερο ποσοστό για εν ενεργεία ηγέτη στα σχεδόν 30 χρόνια ιστορίας της έρευνας. Aυτά νούμερα αντικατοπτρίζουν την ευρύτερη απογοήτευση για την πορεία της οικονομίας, καθώς και την έντονη δυσπιστία απέναντι στις σαρωτικές μεταρρυθμίσεις στους τομείς των συντάξεων και της υγείας, οι οποίες αναμένεται να επιβαρύνουν οικονομικά τον μέσο ψηφοφόρο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πιο ρεαλιστική πολιτική στρατηγική για τον Μερτς φαίνεται να είναι η επίκληση της σταθερότητας. Απευθυνόμενος σε ψηφοφόρους και πολιτικούς που αποστρέφονται το ρίσκο, ελπίζει να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από τη φήμη της Γερμανίας ως πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας. Οπως συνοψίζει ο καθηγητής Αρτσχαϊμερ: «Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί στο συντηρητικό στρατόπεδο που θα έλεγαν “Αυτή είναι η λύση και θα ρισκάρουμε τα πάντα με την ελπίδα να βελτιώσουμε τα ποσοστά μας μετά”. Θα ήταν μια εντελώς τρελή ιδέα».
Πηγή: Politico