Το «Παντοπωλείο Μαυρίκης» είναι πλέον περισσότερο ταβέρνα και καφενείο, παρά παντοπωλείο όπως όταν πρωτολειτούργησε το 1879, όταν ταυτόχρονα ήταν και χασάπικο. Ιδρύθηκε από μία από τις σημαντικότερες οικογένειες της Αλαγονίας, την οικογένεια του Παναγιώτη Μαυρίκη, που ήταν επί εικοσαετία πρόεδρος του χωριού. Στις μέρες μας το λειτουργούν τα εγγόνια και τα δισέγγονά του, έχοντας προσθέσει στο αρχικό, λιτό μενού αρκετές τοπικές συνταγές. Η Ιωάννα Παπαγιαννέα-Μαυρίκη, που διαφεντεύει την κουζίνα, μαγειρεύει με θέα αεροπλανική στα γύρω βουνά και λαγκάδια, καθώς το χωριό της, η Αλαγονία, είναι χτισμένο σε ένα κορφοβούνι στα 900 μ. υψόμετρο. Η νοστιμιά των φαγητών της και το μαγειρικό της ήθος αξίζουν με το παραπάνω τις τρεισήμισι ώρες με το αυτοκίνητο από την Αθήνα, γι’ αυτό και τα Σαββατοκύριακα μπορεί και να μη βρεις τραπέζι.

«Γεννήθηκα 24 Απριλίου του 1968 στο μαιευτήριο της Καλαμάτας», άρχισε να μας διηγείται η Ιωάννα, σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της. Κάθισε στο τραπέζι από τη μεριά που ήταν πιο κοντά στην κουζίνα και αναπόλησε τα παλιά. «Οι γονείς μου ζούσαν στην Αλαγονία και έτσι εδώ μεγάλωσα κι εγώ. Είμαι η μεγαλύτερη από τα δύο μου αδέρφια, που μείναμε ορφανά από μητέρα όταν εγώ ήμουν τεσσάρων χρονών. Ηταν δύσκολα τα παιδικά μου χρόνια… Τέλος πάντων, όταν παντρεύτηκα, ήμουν 17 χρονών και ζούσα στο σπίτι των πεθερικών μου, μαζί και με τον παππού και τη γιαγιά του άνδρα μου. Δεν ήξερα τότε να βράζω ούτε αυγό κι έμαθα σιγά σιγά να μαγειρεύω τα παραδοσιακά από την πεθερά μου την Ελένη και τη γιαγιά του Τάκη. Επειδή μου άρεσε η μαγειρική, είπα στον Τάκη και μου πήρε ένα βιβλίο μαγειρικής της Σκούρα, και όποια συνταγή μού άρεσε την έφτιαχνα. Οταν πήγαινα επίσκεψη σε κάποια φίλη μου και δοκίμαζα κάτι που μου άρεσε, ρωτούσα τη συνταγή. Με τούτα και με εκείνα έμαθα.



Καλούσαμε κόσμο στο σπίτι, η πόρτα μας ήταν πάντα ανοιχτή και στις γιορτές υποδεχόμασταν κοντά στα 70 άτομα. Τα πρώτα χρόνια παντρεμένοι, ζούσαμε στην Καλαμάτα. Εγώ έμενα σπίτι με τα παιδιά όσο ήταν μικρά. Οταν μεγάλωσαν λίγο, άρχισα να εργάζομαι ως μπέιμπι σίτερ για περίπου 15 χρόνια. Το όνειρό μου όμως ήταν να φτιάξουμε το μαγαζί. Να ζωντανέψουμε ξανά το χωριό. Το έβλεπα να ερημώνει και στενοχωριόμουν. Από 2.000 κατοίκους που είχε κάποτε, ως κεφαλοχώρι, ο κόσμος άρχισε να φεύγει, πολλοί μετανάστες σε Γερμανία κυρίως, Αμερική και Αυστραλία. Ηθελα πρώτα πρώτα να κάνουμε μια ευρύχωρη βεράντα, γιατί είχε μόνο ένα μικρό μπαλκονάκι. Εως τότε λειτουργούσε ως οινοπαντοπωλείο, μαζί και κρεοπωλείο και μεζεδοπωλείο. Εκείνα τα χρόνια δεν είχε πολλά πράγματα. Ηταν ο κόσμος φτωχός. Εκαναν το συκωτάκι τηγανητό, τζιγέρι [σ.σ. ένα είδος πατσά] και πατάτες τηγανητές. Αυτό ήταν όλο. Ετσι το συνέχιζε και η πεθερά μου, η Ελένη, κι έτσι το παραλάβαμε κι εμείς.



Εγώ ξεκίνησα από το 2015 και έβαλα κανονικό φαγητό. Η πεθερά μου βοηθούσε να μου καθαρίσει χόρτα, πατάτες κι εγώ μαγείρευα. Κι όλα όσα σας μαγείρεψα σήμερα τα έμαθα από εκείνη, κι αργότερα κι από την αγαπημένη μου εξαδέρφη Ιωάννα Παπαγιαννέα-Ηλιοπούλου, κι είναι τα παραδοσιακά του τόπου μας. Το αγριογούρουνο στιφάδο, η τυρόπιτα, ο κόκορας με τις δικές μου χυλοπίτες, οι ντολμάδες, τα κεφτεδάκια… κι άλλα παραδοσιακά έχουμε εδώ στο χωριό, που τα φτιάχνω και στο μαγαζί, όπως την τσουχτή μακαρονάδα, το τζιγέρι, τα γιαπράκια με το τσαπαριστό κατσίκι [σ.σ. χοντροκομμένο με τον μπαλτά], το μοσχάρι με τον μπόλικο μαϊντανό. Θαυμάσια φαγητά του Ταϋγέτου.



»Οι μέρες μου είναι γεμάτες. Ξυπνάω συνήθως γύρω στις εννέα με δέκα, γιατί το βράδυ κοιμόμαστε αργά, πίνω έναν ελληνικό σκέτο μαζί με ένα τοστάκι, έξω στη βεράντα, μιλάμε λίγο με τον άνδρα μου και ξεκινάω προετοιμασίες στην κουζίνα». «Την παίρνω τηλέφωνο και της λέω “Τι κάνεις;” και μου λέει “Δουλειές. Δουλειές, δουλειές, δουλειές”», συμπληρώνει γελώντας η κόρη της, Ελενα.
«Κατ’ αρχάς ξεκινάω να καθαρίσω την κουζίνα, να μαγειρέψω για το μεσημέρι, να βάλω πλυντήρια και όλες τις δουλειές του μαγαζιού και του σπιτιού. Ο γιος μου ο Δημήτρης και ο Τάκης φέρνουν τα ψώνια στο μαγαζί. Τις καθημερινές ο κόσμος έρχεται συνήθως το βράδυ. Μετά τις εργασίες τους, από τις επτά και ύστερα, για να πιουν καφέ ή τσίπουρο και κρασί με κάνα μεζεδάκι. Μεσοβδόμαδα δεν μαγειρεύω πολύ φαγητό, γιατί οι ντόπιοι τρώνε πιο πολύ στα σπίτια τους. Ομως πάντα υπάρχει κάτι αν έρθει ένας πεινασμένος. Κάνα κεφτεδάκι, κρασάτο χοιρινό, ένα λουκάνικο ψητό, μια ομελέτα… Τα Σαββατοκύριακα μαγειρεύουμε κανονικά. Ξέρω πάνω κάτω πόσος κόσμος θα έρθει και μαγειρεύω αναλόγως. Φέρ’ ειπείν μοσχάρι βάζω τριάντα μερίδες, τρεις κοκόρους άλλες 18 μερίδες, κιμά παίρνω να κάνω δύο κιλά κεφτεδάκια… Με αυτό που γίνεται ο χαμός είναι το κοκκινιστό αγριογούρουνο με χυλοπίτες.


Μια χρονιά, θυμάμαι ήταν παραμονή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχα κάνει προετοιμασία για 150 άτομα. Ξαφνικά άρχισε να έρχεται κόσμος μετά τη λειτουργία, από τη Μονή Μαρδακίου, και καθώς τελείωσε ο Εσπερινός, άρχισε να γεμίζει μεμιάς το μαγαζί. Πρέπει να ήρθαν όλοι οι εκκλησιαζόμενοι! Μου τελείωσαν όλα τα φαγητά, ακόμα και αυτά της επόμενης μέρας, και αναγκάστηκα, όταν έφυγε ο κόσμος, και μαγείρευα όλη νύχτα. Μαγείρευα μέχρι το άλλο μεσημέρι που ήρθαν οι καινούργιοι πελάτες ανήμερα της Παναγίας. Κυρίως τον χειμώνα κάνει θραύση. Αλλά και τα κεφτεδάκια έχουν πολύ μεγάλη ζήτηση. Μια φορά που είχε έρθει ο Λαζάρου, είχε παραγγείλει όλο τον κατάλογο και μας είπε ότι του άρεσαν πολύ τα φαγιά. Τα δε κεφτεδάκια ειδικά τού θύμισαν τη μάνα του.
Τα Σαββατοκύριακα που έχουμε κόσμο, ζωντανεύει το χωριό. Με πείραζε πάρα πολύ που δεν ερχόταν κόσμος και ρήμαζε ο τόπος. Αυτό ήταν και είναι το κίνητρό μου. «Μια χρονιά, θυμάμαι ήταν παραμονή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχα κάνει προετοιμασία για 150 άτομα. Ξαφνικά άρχισε να έρχεται κόσμος μετά τη λειτουργία, από τη Μονή Μαρδακίου, και καθώς τελείωσε ο εσπερινός, άρχισε να γεμίζει μεμιάς το μαγαζί. Πρέπει να ήρθαν όλοι οι εκκλησιαζόμενοι! Μου τελείωσαν όλα τα φαγητά, ακόμα και αυτά της επόμενης μέρας, και αναγκάστηκα, όταν έφυγε ο κόσμος, και μαγείρευα όλη νύχτα. Μαγείρευα μέχρι το άλλο μεσημέρι που ήρθαν οι καινούργιοι πελάτες ανήμερα της Παναγιάς».

»Μαγειρεύουμε ό,τι έχει ο τόπος. Κρέας ντόπιο, κι αν δεν βρούμε, έχουμε κρεοπώλη στην Καλαμάτα που μας προμηθεύει. Αυγά έχουμε δικά μας, από τις κότες μας, και αν δεν μας φτάσουν, αγοράζουμε από φίλους στο χωριό. Στα μαγειρέματα βάζω ελαιόλαδο από την περιοχή, ενώ στη ζαχαροπλαστική ντόπιο βούτυρο. Μαναβική παίρνουμε από συγχωριανούς μας κι από τα γύρω χωριά, κι αν κάποια στιγμή δεν υπάρχει αφθονία, προμηθευόμαστε από την Καλαμάτα. Τα χώματα, το υψόμετρο, το νερό παίζουν ρόλο στη γεύση των μπαξεβανικών και ιδιαίτερα στην πατάτα. Η Αλαγονία ήταν ξακουστό πατατοχώρι και στο εργοστάσιο πατατόσπορου, που λειτουργούσε μέχρι το ’90, εργάζονταν κοντά στα 100 άτομα. Το χωριό μας, που έχει λίγο παραπάνω από 100 μόνιμους κατοίκους πλέον, ήταν από παλιά γνωστό για το παχύ ματσόλαδο (από ντόπια ποικιλία, την τσουνάτη) που βγάζει, αλλά και για το νόστιμο νερό του.
»Δυο-τρεις μερούλες την εβδομάδα φροντίζω να τις ξεκλέβω και να πηγαίνω στο σπίτι μας στην Καλαμάτα. Ειδικά όταν είναι η Ελενα εδώ, βγαίνουμε βόλτες, πάμε για κάναν καφέ, για ψώνια, για να ξεφύγω λιγάκι. Ο Τάκης μένει εδώ στο χωριό και ασχολείται με πολλά. Να κόψει ξύλα, να μαστορέψει το σπίτι, ασχολείται με τα κοινά, βοηθάει σε δεντροφυτεύσεις, παντού.

Ξέρεις, δεν θα ήθελα να αλλάξω τίποτα στη ζωή μου. Είμαστε μια χαρά. Την υγειά μας μόνο να έχουμε, παρακαλώ. Ως παιδί, ήταν το όνειρό μου να σπουδάσω αρχιτέκτονας. Να, αυτό θα ήθελα να το είχα κάνει… Οπως και το να μάθω γλώσσες ήταν το απωθημένο μου. Και η φωτογραφία μού άρεσε πολύ και φωτογράφιζα αρκετά.
Ταξιδεύαμε με τον άνδρα μου και μας άρεσε. Οχι πως έχουμε σταματήσει δηλαδή… Εχουμε πάει σχεδόν παντού στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό έχουμε ταξιδέψει. Την Ιταλία την οργώσαμε, από τον νότο έως τον βορρά. Και ξέρεις, μου αρέσουν πολύ οι ιταλικές μακαρονάδες. Και γενικά τα ζυμαρικά μού αρέσουν πολύ και το πιο αγαπημένο μου φαγητό όλων είναι τα μακαρόνια με κιμά. Του άνδρα μου όλα τού αρέσουν, αλλά, αν ήθελα να του κάνω κάτι για να τον ευχαριστήσω ιδιαίτερα, θα του έκανα κόκορα με χυλοπίτες.


»Δυστυχώς οι παλιές συνταγές ξεχνιούνται, οι μεγάλοι άνθρωποι φεύγουν και τα έθιμα που συνδέονται με το φαγητό σιγά σιγά χάνονται. Οι νέοι θέλουν να τα παρακολουθούν και να συμμετέχουν, αλλά δεν ασχολούνται να τα μάθουν. Η ελληνική κουζίνα είναι πάρα πολύ πλούσια, υγιεινή και με πολύ μεγάλη γκάμα. Ναι μεν η νεολαία στρέφεται στην ελληνική κουζίνα μέσα από τη συνολική τάση που διαμορφώνεται στον κλάδο αυτόν, και πράγματι υπάρχουν πολλά νέα παιδιά που έρχονται κι εδώ σε εμάς, όμως η αλήθεια είναι ότι έχουν αλλάξει οι ρυθμοί της ζωής και δεν φτάνει πια ο χρόνος για να μαγειρεύουν».
Το «Παντοπωλείο Μαυρίκης» βρίσκεται στην Αλαγονία, στις πλαγιές του Ταΰγετου Τ/6974-894.724
Δείτε εδώ τις συνταγές της Ιωάννας: