Σαν σήμερα: 23 Αυγούστου 1866 – Η συνθήκη της Πράγας

Φόρτωση Text-to-Speech…

Ερχόμενος στην εξουσία ως πρωθυπουργός του Βασιλείου της Πρωσίας το 1862, ο Oτο φον Μπίσμαρκ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια φιλελεύθερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία από το 1859 εξέφραζε την αντίθεσή της στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Οι πιέσεις του βασιλέα Ουλιέλμου Α΄ και του προκατόχου του Φρειδερίκου Ουλιέλμου δεν είχαν καταστεί ικανές για να μεταβάλουν το κλίμα στο κοινοβούλιο.

Ο Μπίσμαρκ, ωστόσο, κατάφερε να ξεπεράσει τα εμπόδια που του έθετε το κοινοβούλιο ακόμη και παραβιάζοντας ορισμένες διατάξεις του συντάγματος. Στους επικριτές του ο Πρώσος πολιτικός απαντούσε ότι «το καύχημα της Πρωσίας δεν ήταν ο φιλελευθερισμός της αλλά η ισχύς της».

Ο Μπίσμαρκ αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανός στο να εκμεταλλεύεται τις διεθνείς συγκυρίες, όταν αυτές παρουσιάζονταν, δίχως να ενδιαφέρεται για τις ιδεολογικές ή τις ηθικές συνέπειες των πράξεών του. Κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1860, εκμεταλλεύτηκε προς όφελος της χώρας του την αποδυνάμωση της Αυστρίας και της Ρωσίας έπειτα από τον Κριμαϊκό Πόλεμο. Στην πορεία του για την ένωση των γερμανικών κρατών υπό το σκήπτρο του Πρώσου βασιλέα, ο Μπίσμαρκ προχώρησε αρχικά στην καθαίρεση της Αυστρίας από την ηγετική θέση της στη Γερμανική Συνομοσπονδία.

Το 1864 ο Μπίσμαρκ ενέπλεξε την Πρωσία σε έναν πόλεμο ο οποίος καθόρισε εν πολλοίς το μέλλον της πολυδιασπασμένης πολιτικά γερμανόφωνης Κεντρικής Ευρώπης. Το 1863 ο Δανός βασιλέας Φρειδερίκος Ζ΄ ενσωμάτωσε το δουκάτο του Σλέσβιχ, που έως τότε βρισκόταν απλώς υπό την επικυριαρχία του, προκαλώντας την αντίδραση του Μπίσμαρκ, ο οποίος ζήτησε τον Ιανουάριο του 1864 τον επανασχεδιασμό του συντάγματος του δουκάτου με τη συμμετοχή της Πρωσίας.

Σε αυτή την ενέργειά του ο Πρώσος πρωθυπουργός είχε την υποστήριξη της Αυστρίας. Εκτιμώντας ότι θα είχαν την υποστήριξη των Βρετανών και των Γάλλων, οι Δανοί απέρριψαν το τελεσίγραφο του Μπίσμαρκ με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος.

Οι Πρώσοι και οι Αυστριακοί νίκησαν κατά κράτος τους Δανούς. Τον Οκτώβριο του 1864 με τη Συνθήκη της Βιέννης αποφασίστηκε η από κοινού διοίκηση των δουκάτων του Χόλσταϊν και του Σλέσβιχ από την Αυστρία και την Πρωσία, εξασφαλίζοντας ουσιαστικά στην τελευταία στρατιωτικό διάδρομο και επικοινωνία με το λιμάνι του Κιέλου. Δεν άργησαν, ωστόσο, να φανούν οι διαφορές ανάμεσα στις δύο ηγεμονικές δυνάμεις της Κεντρικής Ευρώπης.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1866 ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στην Πρωσία και την Αυστρία. Και οι δύο πλευρές είχαν προετοιμαστεί για αυτό το ενδεχόμενο συνάπτοντας συμμαχίες τόσο εντός της Γερμανικής Συνομοσπονδίας, από την οποία αποχώρησε η Πρωσία, όσο και μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Μέσα σε μερικές εβδομάδες οι Πρώσοι κατάφεραν να νικήσουν τα αντίπαλα στρατεύματα στα πεδία των μαχών. Υστερα από τη νίκη στη μάχη της Σάντοβα, ο Μπίσμαρκ χρειάστηκε να επέμβει και να συγκρατήσει τους στρατηγούς του, οι οποίοι επιθυμούσαν την προέλαση έως τη Βιέννη. Αντιλαμβανόταν όχι χρειαζόταν η υποστήριξη των νότιων γερμανικών κρατών στην προσπάθειά του για την ενοποίηση των Γερμανών υπό το σκήπτρο του Πρώσου βασιλέα.

Στις 23 Αυγούστου 1866 υπογράφτηκε η συνθήκη της Πράγας με την οποία έληξε ο αυστροπρωσικός πόλεμος. Η συνθήκη σήμανε τη διάλυση της Γερμανικής Συνομοσπονδίας επισφραγίζοντας την ήττα της Αυστρίας στον αγώνα της για ηγεμονία ανάμεσα στα γερμανικά κράτη.Η Αυστρία αναγνώρισε τη Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία, μια ένωση 22 κρατών και πριγκιπάτων βορείως του ποταμού Μάιν, στην οποία κυριαρχούσε η Πρωσία.

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης