Σαν σήμερα: 14 Αυγούστου 1941 – Παρουσιάζεται η Χάρτα του Ατλαντικού

Φόρτωση Text-to-Speech…

Μέχρι τα μέσα του 1941, η Μεγάλη Βρετανία είχε αντισταθεί σθεναρά στην αρχική γερμανική επίθεση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και δεν συμμετείχαν ακόμα ενεργά στον πόλεμο, είχαν παράσχει στους Βρετανούς υλική κυρίως βοήθεια βάσει του Νόμου Lend-Lease – του προγράμματος-κλειδί που επέτρεψε την προμήθεια τροφίμων, πετρελαίου και πολεμικού υλικού σε συμμαχικές χώρες, παρακάμπτοντας την πολιτική αυστηρής ουδετερότητας. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ ήλπιζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συμμετείχαν ανοιχτά στον πόλεμο ενώ, από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να χρειαζόταν η άμεση εμπλοκή της χώρας του για την επικράτηση έναντι των δυνάμεων του Χίτλερ.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο άντρες προγραμμάτισαν με πλήρη μυστικότητα μια συνάντησή τους το καλοκαίρι του 1941. Πιο συγκεκριμένα, στις 9 Αυγούστου, το θωρηκτό USS «Augusta», το οποίο μετέφερε τον Αμερικανό πρόεδρο, συναντήθηκε στον κόλπο της Πλακεντίας, στα ανοικτά των ακτών της Νέας Γης, με το βρετανικό πλοίο HMS «Prince of Wales», στο οποίο επέβαινε ο Τσώρτσιλ. Τις επόμενες ημέρες, συζητήθηκε μια σειρά θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των συμφωνιών δανεισμού-μίσθωσης, της στενότερης συνεργασίας στον Ατλαντικό και του καλύτερου τρόπου αντιμετώπισης της απειλής που αντιπροσώπευε η ιαπωνική επεκτατικότητα στην Ασία.

Ο Ρούσβελτ επιθυμούσε η διάσκεψη να καταλήξει σε μια κοινή δήλωση η οποία θα καθιστούσε σαφείς τις βαθιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στις αξίες των Συμμάχων και σε εκείνες των δυνάμεων του Αξονα. Ο Τσόρτσιλ συμφώνησε κι έτσι ο Αλεξάντερ Κάντογκαν, υφυπουργός Εωτερικών της Βρετανίας, συνέταξε ένα πρώτο προσχέδιο. Ακολούθησαν και άλλα, με τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Σάμνερ Γουέλς να επωμίζεται μεγάλο μέρος της εργασίας. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες, ωστόσο, σχετίζονταν με την προσπάθεια συμβιβασμού της επιθυμίας του Ρούσβελτ για ελεύθερο εμπόριο μεταπολεμικά με τη δέσμευση της Βρετανίας σε μια κατά βάση «αυτοκρατορική» λογική.

Τελικά, καταρτίστηκε ένα κοινό έγγραφο το οποίο δημοσιοποιήθηκε στις 14 Αυγούστου 1941 και έμεινε στην ιστορία ως Χάρτα του Ατλαντικού. Σε αυτή, οι δύο δυνάμεις δήλωναν ότι δεν επιδίωκαν εδαφικά κέρδη από τον πόλεμο και ότι προσέβλεπαν σε έναν κόσμο όπου όλα τα έθνη θα είχαν πρόσβαση στο εμπόριο και στην ευημερία, ενώ παράλληλα θα υπήρχαν ελευθερία των θαλασσών και ένα νέο σύστημα διεθνούς ασφάλειας. Παράλληλα, υπήρχαν δύο αναφορές στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης των λαών.

Παρότι το αποτέλεσμα της συνάντησης εκ πρώτης όψεως δεν είχε μεγάλη βαρύτητα –ο Τσώρτσιλ ήλπιζε στη συμμετοχή των ΗΠΑ στον πόλεμο και ο Ρούσβελτ στη μεταστροφή της αμερικανικής κοινής γνώμης, κάτι που δεν έγινε σε αξιοσημείωτο βαθμό μετά τη δημοσίευση της Χάρτας–, τελικά το έγγραφο αποδείχθηκε βαρύνουσας σημασίας για τον καθορισμό των συμμαχικών στόχων. Μάλιστα, μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο Βρετανός και ο Αμερικανός ηγέτης συναντήθηκαν εκ νέου στον Ατλαντικό, θέτοντας τις βάσεις τόσο για τη στρατιωτική συνεργασία κατά τον πόλεμο όσο και για τη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών, η οποία δημοσιοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1942. Οσοι την υπέγραψαν, συμφώνησαν να υιοθετήσουν τις αρχές που είχαν περιληφθεί στη Χάρτα του Ατλαντικού και να μη συνάψουν ξεχωριστή ειρήνη με τον εχθρό.

Ειδικά, το όγδοο σημείο της Χάρτας, το οποίο αναφερόταν στην ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου συστήματος διεθνούς ασφάλειας, άρχισε να παίρνει μορφή με τα νεοσύστατα Ηνωμένα Εθνη, που δημιουργήθηκαν επίσημα στη σχετική διάσκεψη του Σαν Φρανσίσκο μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 1945 – μάλιστα, ο νέος διεθνής Οργανισμός είχε υιοθετήσει τις αρχές της Χάρτας του Ατλαντικού.

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης