Ρεκόρ εξαγωγών, ενίσχυση επενδύσεων για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών

Τον ρόλο της ως ένας από τους βασικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας επιβεβαιώνει η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών, συμβάλλοντας, μεταξύ άλλων, στη συνολική απασχόληση και στην εξαγωγική δυναμική της Ελλάδας. Σύμφωνα με τα ευρήματα της 21ης έκθεσης που εκπόνησε το ΙΟΒΕ για λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ), η βιομηχανία τροφίμων και ποτών αποτελεί τον μεγαλύτερο κλάδο της ελληνικής μεταποίησης, με τον κύκλο εργασιών να ανέρχεται ετησίως στα 26,2 δισ. ευρώ, ενώ δημιουργεί το 27% της συνολικής προστιθέμενης αξίας της ελληνικής μεταποίησης (4,7 δισ. ευρώ). Παράλληλα αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της μεταποίησης με 162.000 άμεσα εργαζομένους, ενισχύοντας την απασχόληση. Η έρευνα εξετάζει τη συμβολή του κλάδου στην ελληνική οικονομία, ενώ καταγράφει και τις πρόσφατες εξελίξεις στον συγκεκριμένο κλάδο.

Στο μεταξύ, ρεκόρ έχουν σημειώσει τα τελευταία χρόνια οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών, οι οποίες κατά την τελευταία δεκαετία διπλασιάστηκαν και ανήλθαν στα 7,4 δισ. ευρώ το 2025 αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών. Τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, καθώς και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, συνεισφέρουν σχεδόν το 51% της συνολικής αξίας των εξαγωγών του κλάδου. Παράλληλα, η Ιταλία και η Γερμανία απορροφούν περίπου το 30% των εξαγωγών τροφίμων και ποτών, ενώ Ολλανδία και Γερμανία αποτελούν τις βασικές χώρες προέλευσης εισαγωγών, καλύπτοντας το 28% των συνολικών εισαγωγών του κλάδου. Σημαντικά ενισχυμένες τα τελευταία χρόνια είναι και οι επενδύσεις, οι οποίες ξεπέρασαν το ένα δισ. ευρώ το 2024 και τα 7,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2024. Επιπλέον, η έκθεση σημειώνει ότι η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων-ποτών-καπνού, το 2023 διέθεσε 56,5 εκατ. ευρώ για έργα έρευνας και ανάπτυξης, μέγεθος που αντιστοιχεί περίπου στο 10,5% της συνολικής δαπάνης για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα, και επίδοση που την κατατάσσει 2η μεταξύ χωρών της Ε.Ε., για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Αναφορικά με τον αριθμό των επιχειρήσεων, το υψηλότερο μερίδιο, τόσο στα τρόφιμα όσο και στα ποτά, εντοπίζεται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, 85% και 89% αντιστοίχως, δηλαδή σε εκείνες που ο αριθμός των εργαζομένων τους δεν ξεπερνάει τα εννέα άτομα. Ως προς τον κύκλο εργασιών, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή σε εκείνες τις οποίες ο αριθμός των απασχολουμένων ξεπερνάει τα 250 άτομα, τόσο στα τρόφιμα (39%) όσο και στα ποτά (55%). Το μερίδιο των πολύ μικρών επιχειρήσεων διαμορφώνεται σε 13% στα τρόφιμα, γεγονός που ερμηνεύεται από τη μεγάλη συγκέντρωση και τον υψηλό αριθμό των πολύ μικρών επιχειρήσεων (έως εννέα άτομα), οι οποίες απαριθμούν σχεδόν τις 12.400, ενώ στα ποτά το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 9%. Σε όρους προστιθέμενης αξίας στα τρόφιμα το υψηλότερο μερίδιο καταγράφεται, όπως άλλωστε είναι αναμενόμενο, στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, με τον σχετικό δείκτη να ανέρχεται στο 41%. Ακολουθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις, με την προστιθέμενη αξία να ανέρχεται σε 28%. Στα ποτά, οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν 53% σε όρους προστιθέμενης αξίας. Σε χαμηλότερα επίπεδα εντοπίζονται οι μεγάλες επιχειρήσεις, με την προστιθέμενη αξία να διαμορφώνεται στο 24% του συνόλου του κλάδου των ποτών.

ρεκόρ-εξαγωγών-ενίσχυση-επενδύσεων-γ-564349783

Πάντως, όπως σημειώνεται, παρά τις έντονες διεθνείς αναταράξεις, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών διατηρεί την ανθεκτικότητά της. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, στην κατηγορία των τυποποιημένων επώνυμων τροφίμων, τα οποία στην πλειονότητά τους διατίθενται στην αγορά από επιχειρήσεις – μέλη του ΣΕΒΤ, ο δείκτης εξέλιξης των τιμών τους τελευταίους 18 μήνες (Ιανουάριος 2025 – Ιούνιος 2026) παρέμεινε περί το μηδέν, με μικρές αποκλίσεις.