Ψυχώ α λα γκρέκα

Φόρτωση Text-to-Speech…

Στο αριστούργημα του Χίτσκοκ, ο πρωταγωνιστής κρατά τη νεκρή μητέρα του άταφη σε μια πολυθρόνα σπίτι τους, δίπλα στο μοτέλ όπου καταφεύγει για να περάσει τη νύχτα της η Μάριον, κυνηγημένη από την αστυνομία. Σημειωτέον ότι το «Ψυχώ» ήταν από τις αγαπημένες ταινίες τη χρυσή εποχή των θερινών σινεμά. Τη βλέπαμε σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Στην υπόθεση βέβαια παίζει κεντρικό ρόλο η σχέση μητέρας – γιου, η οποία χάρη στο μεγαλείο του Χίτσκοκ δεν περιγράφεται. Υπονοείται. Την πρωταγωνίστρια της υπόθεσης, τη Μάριον, θα τη σκοτώσει μια γυναίκα μέσα στο ντους, σε μια από τις πιο κλασικές σκηνές της ιστορίας του κινηματογράφου. Οπως αποδεικνύεται στο τέλος, ο ιδιοκτήτης του μοτέλ, Νόρμαν Μπέιτς (Αντονι Πέρκινς), έχει σκοτώσει τη μητέρα του, η οποία τον ζήλευε παθολογικά. Μέσα του δεν το έχει παραδεχθεί. Πιστεύει ότι ζει ακόμη και, υποδυόμενός την, φορώντας τα ρούχα της, μιμούμενος τη φωνή της, σκοτώνει όποια γυναίκα νομίζει ότι του αρέσει, όπως η Μάριον. Αυτή είναι η ερμηνεία που θα δώσει ο ψυχίατρος της υπόθεσης στο τέλος του έργου. Η ταινία είναι του 1960, εποχή που ο αμερικανικός κινηματογράφος έχει ανακαλύψει την αφηγηματική γοητεία της ψυχανάλυσης. Σήμερα όλ’ αυτά μοιάζουν κοινότοπα. Η Ψυχώ του ελληνικού καλοκαιριού δεν έχει σχέση μητέρας – γιου, ούτε ταύτιση ούτε καν δολοφονία, όπως τουλάχιστον θεώρησε η αστυνομία όταν ανακάλυψε το πτώμα του υπερηλίκου σε έναν καταψύκτη εγκαταλελειμμένου ξενοδοχείου στη Σπάρτη. Ιδανικό σκηνικό για θρίλερ, μόνον που εδώ η ψυχανάλυση εμπλουτίζεται από ένα νέο σύνδρομο, άγνωστο έως σήμερα, όχι τη σχέση μητέρας – γιου, αλλά τη σχέση με τη σύνταξη.

Οπως όλα δείχνουν, ο υπερήλικος πέθανε από φυσιολογικά αίτια. Ο γιος ισχυρίζεται ότι τον εγκατέστησε στην κατάψυξη επειδή δεν άντεχε να χάσει τον πατέρα του και ήθελε να τον βλέπει κάθε τόσο, έστω και κατεψυγμένο. Ως εδώ η υπόθεση της ψύχωσης λειτουργεί μια χαρά. Παρεμβαίνει όμως ένας τρίτος παράγων, ο οποίος δεν έχει να κάνει με τη σχέση πατέρα – γιου, αλλά με τη σαφώς υπέρτερη σχέση του Ελληνα πολίτη με τη σύνταξή του. Διότι, όπως ομολογεί ο ίδιος ο δράστης, τόσα χρόνια, τέσσερα αν δεν κάνω λάθος, επειδή δεν είχε δηλώσει τον θάνατο του πατέρα του, συνέχιζε να εισπράττει τη σύνταξή του. Εξάλλου, αν αποδεχθούμε την ερμηνεία του ψυχιάτρου στην «Ψυχώ» του Χίτσκοκ, είναι προφανές ότι για τον γιο ο πατέρας ήταν πάντα ζωντανός. Υποθέτω, δε, ότι τον επισκεπτόταν στον καταψύκτη όποτε εισέπραττε τη σύνταξη για να του δηλώσει την αιώνια ευγνωμοσύνη του. Είναι η ελληνική εκδοχή του θρίλερ το οποίο, της θερινής ευδαιμονίας βοηθούσης, μετατρέπει τη φρίκη σε ιλαροτραγωδία. Πιο σοβαρή, αντιθέτως, είναι η υπόθεση του Αφγανού που περιφερόταν με το πτώμα της Αγγλίδας στην Κυψέλη μέσα σε μια βαλίτσα. Ομως εκεί, για να αποφανθώ, περιμένω πρώτα τις ετυμηγορίες των ειδικών επί της μεταναστευτικής πολιτικής και των γυναικοκτονιών.