Φόρτωση Text-to-Speech…
Στο Ρεϊκσμουζέουμ του Αμστερνταμ, ο κύριος Γκρι στέκεται μπροστά στην «Πτώση του Ανθρώπου», που ο Κορνέλις βαν Χάαρλεμ φιλοτέχνησε το 1592.
Το σκηνικό, πασίγνωστο: το Δέντρο της Γνώσης, ο Αδάμ και η Εύα, το ερπετό, ο απαγορευμένος καρπός.
Το φίδι τυλίγεται γύρω από το Δέντρο, ωστόσο το φιδίσιο κορμί καταλήγει σε άνθρωπο. Θα μπορούσε να είναι ένα από αυτά τα τροφαντά αγγελάκια του Ραφαήλ.
Το πρόσωπό του δεν το βλέπουμε. Δύο μακριές μπούκλες ξεπηδούν από το μέτωπο, που παραπέμπουν στα γνωστά τραγίσια κέρατα. Αλλά κοιτάζει χαμηλά, προσφέροντας τον απαγορευμένο καρπό.
Στα αριστερά, κατά την προσφιλή συνήθεια της εποχής, διακρίνεται το επεισόδιο που έχει χρονολογικά προηγηθεί: οι Πρωτόπλαστοι δέχονται την εντολή από τον Θεό να μη δοκιμάσουν από το Δέντρο της Γνώσης. Ο Θεός αποτυπώνεται ως νέφος, μέσα από το οποίο μόλις που διακρίνονται ένα μάλλον απόκοσμο ανθρώπινο πρόσωπο και δύο χέρια.
Εκεί, στα αριστερά του πίνακα, πριν δηλαδή από το πρώτο αμάρτημα, το φως κυριαρχεί. Στα δεξιά, οι σκιές έχουν πια πυκνώσει.
Τη σκηνή παρακολουθούν διάφορα ζώα. Μια κουκουβάγια, καθισμένη πάνω στο Δέντρο, παρατηρεί την έκβαση των γεγονότων. Στα αριστερά, μια αλεπού κοιτάζει προσεκτικά, από το έδαφος αυτή, τις κινήσεις του ερπετού-παιδιού.
Ολα τα άλλα ζώα δείχνουν αμέτοχα: ένας σκύλος, ράτσας μαστίφ ίσως, κοιτάζει τον θεατή κατάματα. Στα δεξιά, μέσα από το σκοτάδι, η κεφαλή ενός λέοντα.
Το δράμα, όμως, συντελείται στη ρίζα του Δέντρου: ένας μικρός πίθηκος, ο οποίος κοιτάζει περίλυπος τον θεατή, αγκαλιάζεται με μια γάτα. Κοιτάζει και αυτή με ύφος βαρύ, μάλλον επιτιμητικό. Τα δύο ζώα μοιάζουν να διαισθάνονται ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και το ένα προσπαθεί να βρει ασφάλεια στην αγκαλιά του άλλου. Διαισθάνονται τον κίνδυνο σε αντίθεση με τους δύο αμέριμνους Πρώτους Ανθρώπους.
Αλλά για τα ζώα δεν συντρέχει κάποιος κίνδυνος, σωστά; Ολο αυτό αφορά τον άνθρωπο και τη γνώση που αποκτά: την επίγνωση της γύμνιας του. Του φθαρτού, μιαρού σώματος. Τη γνώση του θανάτου. Τη γνώση της σαρκικής ηδονής.
«Τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει; – ποιος σου είπε ότι είσαι γυμνός;» ρωτάει ο Θεός τον Αδάμ, όταν ο τελευταίος διστάζει αίφνης, για πρώτη φορά, να παρουσιαστεί μπροστά του επειδή, λέει, είναι γυμνός.
Αλήθεια, ποιος του είπε ότι είναι γυμνός; Πρόκειται για μια πληροφορία που δίνεται σιωπηρά. Ποιος μίλησε βαθιά μέσα στο μυαλό του; Ο καρπός; Το φίδι; Το λυπημένο βλέμμα του πιθήκου και το αυστηρό της γάτας;
Τι ειρωνεία και αυτή: αιώνες πριν από τον Δαρβίνο, ο Κορνέλις επιλέγει έναν πίθηκο για να εκφράσει μοναδικά την απόκτηση της συνείδησης από τον Εδεμικό άνθρωπο.
Ο κύριος Γκρι κοιτάζει τον πίνακα και θυμάται την παραγνωρισμένη αριστουργηματική όπερα του Γερμανού συνθέτη Ρούντι Στέφαν, που ήταν και η μοναδική του: Die ersten Menschen – «Οι Πρώτοι Ανθρωποι», με ήρωες τον Αδάμ, την Εύα, τον Κάιν και τον Αβελ.
Ισως να γινόταν μεγάλος συνθέτης ο Στέφαν, αλλά χάθηκε στα 28 του χρόνια, στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου. Δεν πρόλαβε καν να δει την όπερά του να ανεβαίνει στη σκηνή.
Ο κύριος Γκρι βρίσκει την ξεχασμένη μουσική του Στέφαν στα βλέμματα των δύο φοβισμένων ζώων στη ρίζα του Δέντρου.