Πληθωρισμός: Έχει ταβάνι η ακρίβεια στην Ελλάδα;


Ο πληθωρισμός ανεβάζει ξανά ταχύτητα στην Ελλάδα, φέρνοντας τα νοικοκυριά αντιμέτωπα με καινούριες πιέσεις και θέτοντας υπό δοκιμασία τις προβλέψεις για σταδιακή αποκλιμάκωση της ακρίβειας. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πότε θα υποχωρήσουν οι ρυθμοί των ανατιμήσεων, αλλά και πόσο ψηλότερα μπορεί να κινηθούν πριν αρχίσει η επιβράδυνση.

Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 5,6% τον Οκτώβριο, από 5,1% τον Σεπτέμβριο και 3,7% τον Αύγουστο. Στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 4%, από 3,8%, με την απόσταση της Ελλάδας από τον μέσο όρο να διευρύνεται στις 1,6 ποσοστιαίες μονάδες. Σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο, το επίπεδο των τιμών στην ελληνική οικονομία αυξήθηκε κατά 0,4%. ec.europa.eu

Η εξέλιξη αυτή δεν προσδιορίζει από μόνη της την επόμενη κίνηση του δείκτη. Δείχνει, όμως, ότι η προσδοκία ανακούφισης των καταναλωτών εξακολουθεί να απέχει από την πραγματικότητα των τελευταίων μηνών.

Πληθωρισμός: Στην τρίτη υψηλότερη θέση της ευρωζώνης η Ελλάδα

Η Ελλάδα μοιράζεται με την Ιταλία την τρίτη υψηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών του ευρώ. Υψηλότερα βρίσκονται μόνο η Λιθουανία, με 6,1%, και η Βουλγαρία, με 6%. Αντίθετα, στη Γερμανία ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,8%, ενώ στη Μάλτα διαμορφώθηκε στο 2,3%.

Το πρόβλημα για τα νοικοκυριά είναι σωρευτικό, μετά από 5,5 χρόνια συνεχιζόμενης ακρίβειας. Οι καινούριες αυξήσεις προστίθενται στις προηγούμενες, με αποτέλεσμα η ενίσχυση των ονομαστικών εισοδημάτων να μη μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης. Τουναντίον, τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Όσο μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού απορροφούν οι ανελαστικές δαπάνες, τόσο μικρότερα είναι τα περιθώρια προσαρμογής.

Το στοίχημα του προϋπολογισμού για το 2027

Το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027 στηρίζεται σε αισθητή επιβράδυνση των ανατιμήσεων. Προβλέπει ότι ο εθνικός πληθωρισμός θα υποχωρήσει στο 2,6% το 2027, από 3,8% το 2026. Για τον εναρμονισμένο δείκτη, που χρησιμοποιείται στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις, οι αντίστοιχες προβλέψεις είναι 2,4% και 3,6%.

Η διάκριση είναι ουσιώδης: το 5,6% του Οκτωβρίου αφορά την ετήσια μεταβολή του εναρμονισμένου δείκτη σε έναν συγκεκριμένο μήνα. Οι προβλέψεις του προσχεδίου αφορούν τη μέση ετήσια μεταβολή. Επομένως, δεν μπορούν να συγκριθούν σαν να αποτελούν μετρήσεις της ίδιας περιόδου.

Ωστόσο, η επιτάχυνση αυξάνει την πίεση στο κυβερνητικό σενάριο. Η προβλεπόμενη αποκλιμάκωση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη σταδιακή υποχώρηση των διεθνών τιμών ενέργειας, ενώ το προσχέδιο αναγνωρίζει την επιβάρυνση που προκαλεί το ενεργειακό κόστος στην κατανάλωση και στην παραγωγή.

Αυτό σημαίνει ότι η επίτευξη των προβλέψεων εξαρτάται και από εξελίξεις που δεν ελέγχονται από την εγχώρια οικονομική πολιτική. Εάν οι ενεργειακές πιέσεις παραταθούν, η προσδοκώμενη ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει.

Το ΙΟΒΕ ανεβάζει τον πήχη των ανατιμήσεων

Πιο επιφυλακτική εικόνα αποτυπώνει το ΙΟΒΕ. Στην έκθεση που παρουσίασε στις 15 Οκτωβρίου, αύξησε την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του 2026 στο 4%, από 3,7%, και για το 2027 στο 3%, από 2,7%. Για το 2026, ο πίνακας προβλέψεων του Ιδρύματος τοποθετεί τον εναρμονισμένο πληθωρισμό στο 4%.

Το Ίδρυμα συνδέει την επιμονή των ανατιμήσεων με το ενεργειακό κόστος και τις δευτερογενείς επιδράσεις του στις αλυσίδες παραγωγής. Τοποθετεί τη σταδιακή αποκλιμάκωση από το δεύτερο τρίμηνο του 2027, επισημαίνοντας την αβεβαιότητα που δημιουργεί το ενδεχόμενο νέας όξυνσης των συγκρούσεων.

Η αναθεώρηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η επιστροφή σε ηπιότερους ρυθμούς αύξησης των τιμών παραμένει ευάλωτη. Παράλληλα, η παρατεταμένη ακρίβεια περιορίζει το μέρος των αυξήσεων εισοδήματος που μπορεί να κατευθυνθεί σε πρόσθετη κατανάλωση.

Τι βλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος

Η Τράπεζα της Ελλάδος, στο Inflation Monitor της 12ης Οκτωβρίου, διατηρούσε τις προβλέψεις για εναρμονισμένο πληθωρισμό 3,5% το 2026, 2,7% το 2027 και 2,2% το 2028. Πρόκειται για εκτιμήσεις που προηγήθηκαν της δημοσίευσης των στοιχείων του Οκτωβρίου.

Η ανάλυσή της αναδεικνύει ότι οι εγχώριες πιέσεις δεν περιορίζονται στην ενέργεια. Τον Σεπτέμβριο, οι υπηρεσίες εμφάνιζαν ανατιμήσεις 6,4% και ο δομικός πληθωρισμός, χωρίς ενέργεια, τρόφιμα, αλκοόλ και καπνό, είχε φθάσει στο 4,6%. Η ΤτΕ συνέδεε την επιτάχυνση των υπηρεσιών με μεγάλες αυξήσεις σε ξενοδοχεία και αεροπορικά εισιτήρια, ισχυρή τουριστική ζήτηση και, έμμεσα, την ενεργειακή επιβάρυνση.

Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι ακόμη και μια υποχώρηση των ενεργειακών τιμών δεν εγγυάται άμεση και ομοιόμορφη αποκλιμάκωση σε ολόκληρη την οικονομία.