Φόρτωση Text-to-Speech…
Πυκνώνουν τα στοιχεία που δείχνουν πως οι ξένοι επισκέπτες της χώρας μας, αν και αυξάνονται σε αριθμούς, μειώνουν τις δαπάνες τους, για λόγους που σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση στη χώρα τους, αλλά ενδεχομένως και με τα επίπεδα τιμών στην Ελλάδα.
Η Ελληνική Στατιστική Αρχή ανακοίνωσε πως κατά το διάστημα Απριλίου – Ιουνίου φέτος αυξήθηκε ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων, αλλά μειώθηκε αυτός της εστίασης. Ειδικότερα, στο σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου των καταλυμάτων, ο κύκλος εργασιών το δεύτερο τρίμηνο ανήλθε σε 3,303 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 6,1% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025, που είχε ανέλθει σε 3,112 δισ. ευρώ. Το ίδιο διάστημα, όμως, στο σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου των Υπηρεσιών Εστίασης, ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 3,164 δισ., σημειώνοντας μείωση 2,5% σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο, οπότε και είχε διαμορφωθεί σε 3,244 δισ. ευρώ.
Η κάμψη της δαπάνης ερμηνεύεται πρωτίστως από την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των Ευρωπαίων πολιτών, και κυρίως των Γερμανών.
Η γνωστοποίηση της εικόνας αυτής έρχεται λίγες μόνο ημέρες μετά την ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με την οποία κατά τον Ιούνιο υποχώρησε η μέση κατά κεφαλήν ταξιδιωτική δαπάνη, τα χρήματα που ξοδεύουν δηλαδή οι τουρίστες έξω από τα ξενοδοχεία και τα καταλύματα, κατά 6,2%. Συγκεκριμένα, διαμορφώθηκε στα 668,5 ευρώ έναντι 712,5 ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2025, εξέλιξη που ερμηνεύεται ήδη ως μεταβολή στην καταναλωτική συμπεριφορά των τουριστών, οι οποίοι, παρά την αυξημένη παρουσία τους στη χώρα μας, περιορίζουν τον προϋπολογισμό τους ή και τη μέση διάρκεια παραμονής τους.

Μια γρήγορη ματιά στα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τις γεωγραφικές περιοχές όπου σημειώθηκαν οι μεγαλύτερες αυξήσεις τζίρου των καταλυμάτων και οι μεγαλύτερες μειώσεις του κλάδου της εστίασης δείχνει επίσης να επιβεβαιώνει όσα έχουν γίνει γνωστά από τα δεδομένα για την ταξιδιωτική κίνηση και δαπάνη:
• Για τις επιχειρήσεις στον κλάδο των Καταλυμάτων, η μεγαλύτερη αύξηση στον κύκλο εργασιών το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο παρατηρήθηκε στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης (13,8%) και η μικρότερη αύξηση (2,0%) καταγράφηκε στην Περιφερειακή Ενότητα Χαλκιδικής, ενώ μείωση καταγράφηκε στην Περιφερειακή Ενότητα Μυκόνου (1,5%).
• Για τις επιχειρήσεις στον κλάδο των Υπηρεσιών Εστίασης, η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε στην Περιφερειακή Ενότητα Αχαΐας (11,7%) και η μικρότερη (0,2%) στην Περιφερειακή Ενότητα Θήρας, ενώ η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στην Περιφερειακή Ενότητα Πάρου (6,1%).
Τι δείχνουν όμως τα στοιχεία από το ταξιδιωτικό ισοζύγιο;
Τον Ιούνιο, τον βασικότερο μήνα του δεύτερου τριμήνου για τον τουρισμό, οι ταξιδιωτικές αφίξεις κατέγραψαν άνοδο 6,9%, ξεπερνώντας τα 4,92 εκατ. ταξιδιώτες έναντι 4,60 εκατ. πέρυσι. Ωστόσο, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις παρέμειναν σχεδόν στάσιμες, σημειώνοντας οριακή αύξηση μόλις 1,2% και φτάνοντας τα 3,48 δισ. ευρώ από 3,43 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2025. Η απόκλιση αυτή αποδίδεται σε ενδεχόμενη μείωση της διάρκειας των διακοπών και παράλληλη συγκράτηση των δαπανών.

Η πτώση της μέσης δαπάνης δεν φαίνεται πάντως να συνδέεται με ζητήματα ποιότητας του προσφερόμενου προϊόντος. Προκαταρκτικά στοιχεία από τις πρόσφατες έρευνες ικανοποίησης επισκεπτών για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 τοποθετούν την Ελλάδα στην κορυφή της σχέσης ποιότητας προς τιμή με βαθμολογία 9,1 στα 10, ενώ η συνολική αξιολόγηση φτάνει το 9,2 στα 10. Η επίδοση αυτή φέρνει τη χώρα σε ισοβαθμία με την Κροατία και υψηλότερα από παραδοσιακούς ανταγωνιστές όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, αλλά και από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Υπό το πρίσμα αυτό, η κάμψη της δαπάνης ερμηνεύεται πρωτίστως από την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των Ευρωπαίων πολιτών, και κυρίως των Γερμανών, οι οποίοι, αν και συνεχίζουν να ψηφίζουν Ελλάδα, προσαρμόζουν τη διάρκεια και τα έξοδα των διακοπών τους.
Θετική η συνολική εικόνα
Η μεγαλύτερη εικόνα, δηλαδή ολόκληρου του πρώτου εξαμήνου, παραμένει πάντως θετική: Στο διάστημα Ιανουαρίου – Ιουνίου 2026, οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 14,8%, αγγίζοντας τα 8,8 δισ. ευρώ από 7,66 δισ. ευρώ πέρυσι, ενώ οι αφίξεις ενισχύθηκαν κατά 15,4% ξεπερνώντας τα 13,49 εκατομμύρια ταξιδιώτες. Η μέση δαπάνη στο εξάμηνο διαμορφώθηκε στα 621,6 ευρώ έναντι 625,6 ευρώ, σημειώνοντας οριακή υποχώρηση 0,6%.
Με βάση αυτό το «μαξιλάρι» του πρώτου εξαμήνου, όπου έχουν ήδη εισρεύσει επιπλέον 1,13 δισ. ευρώ, η πιθανότητα αρνητικού προσήμου στο σύνολο του έτους θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένη. Ενας πρόχειρος υπολογισμός δείχνει πως για να υπάρξει μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων συνολικά για το 2026 σε σχέση με το 2025 θα πρέπει το δεύτερο εξάμηνο να σημειωθεί μείωση εσόδων μεγαλύτερη από 1,1 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 7%, εξέλιξη που θεωρείται εξαιρετικά απίθανη.