Κυκλοφορεί μια παλιά βρετανική ιστορία: το 1803, όταν η Αγγλία φοβόταν γαλλική εισβολή, διορίστηκε ένας υπάλληλος για να παρακολουθεί από τις ακτές μήπως εμφανιστεί ο στόλος του Ναπολέοντα. Θρυλείται πως η θέση καταργήθηκε μόλις το 1945. Εν τω μεταξύ, ο Ναπολέων είχε ηττηθεί, εξοριστεί και πεθάνει, αλλά η υπηρεσία εξακολουθούσε να επαγρυπνεί.
Ο μύθος αυτός επιβιώνει έως σήμερα, όπως και η θέση του ήρωά της, επειδή αποτυπώνει κάτι απολύτως αναγνωρίσιμο: την ικανότητα των δημόσιων οργανισμών να επιζούν των προβλημάτων που κλήθηκαν να λύσουν.
Ας υποθέσουμε ότι μια υπηρεσία ιδρύεται για να αντιμετωπίσει μια έκτακτη ανάγκη. Προσλαμβάνει προσωπικό, αποκτά προϋπολογισμό, διευθύνσεις και προϊσταμένους. Κάποια στιγμή επιτυγχάνει τον σκοπό της. Κανονικά θα έπρεπε να γιορτάσει και να κλείσει. Μόνο που, για τα στελέχη της, δεν υπάρχει μεγαλύτερο επαγγελματικό ατύχημα από την πλήρη επιτυχία.
Δεν υπονοείται ότι οι υπάλληλοι επιθυμούν την αποτυχία ή υπονομεύουν συνειδητά την αποστολή τους. Μπορεί να εργάστηκαν υποδειγματικά. Οταν όμως το πρόβλημα εξαφανιστεί, είναι φυσικό να προτείνουν τη συνέχιση της υπηρεσίας: για προληπτική παρακολούθηση, για νέους κινδύνους, για την αξιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας. Και στο ερώτημα εάν εξακολουθεί να χρειάζεται, απαντά συνήθως η ίδια η υπηρεσία. Η απάντηση σπάνια εκπλήσσει.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του ζητήματος. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης υπάρχει και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Μια επιχείρηση την οποία δεν χρειάζεται πια κανείς, απλώς χάνει τους πελάτες της. Ενας δημόσιος φορέας, αντιθέτως, συχνά λειτουργεί μονοπωλιακά, χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό και διαθέτει περισσότερες πληροφορίες για το κόστος και την αναγκαιότητά του από εκείνους που τον ελέγχουν. Οι φορολογούμενοι δεν μπορούν να αποσύρουν τη χρηματοδότησή τους επιλέγοντας άλλον προμηθευτή.
Στην Ελλάδα το φαινόμενο αποκτά μια πρόσθετη διάσταση. Η συνταγματικώς κατοχυρωμένη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων ισχύει μόνον όσο υπάρχουν οι οργανικές θέσεις τους, οπότε η κατάργηση ενός φορέα μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε απολύσεις. Στην πράξη, οι υπάλληλοι κατά κανόνα απορροφώνται αλλού. Δεν διασώζονται όμως πάντοτε οι διευθύνσεις, οι θέσεις ευθύνης και οι αρμοδιότητες. Και στη δημόσια διοίκηση, η απώλεια της υπογραφής πονάει συχνά περισσότερο από την κατάργηση της υπηρεσίας.
Εάν οι οργανισμοί δεν αυτοκαταργούνται, ίσως πρέπει να τους υπενθυμίζεται τακτικά ότι δεν είναι αιώνιοι. Αυτό κάνουν στις ΗΠΑ οι νόμοι αυτόματης λήξης (sunset laws): ένας φορέας καταργείται σε ορισμένη ημερομηνία, εκτός εάν εγκριθεί ρητά η συνέχισή του. Στο Τέξας, από το 1977, η διαδικασία έχει οδηγήσει στην κατάργηση περίπου 95 φορέων. Το κλειδί είναι ο σχεδιασμός. Την αξιολόγηση δεν την κάνει ο φορέας αλλά μια επιτροπή ανεξάρτητη από αυτόν, σε δημόσιες συνεδριάσεις, και η απόφαση ανήκει στη νομοθετική εξουσία, που λογοδοτεί για την επιλογή της. Ο φορέας μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά όχι να κρίνει ο ίδιος την υπόθεσή του.
Το ζητούμενο, εντέλει, είναι να αντιστραφεί το τεκμήριο. Ενας οργανισμός που ολοκλήρωσε την αποστολή του να χρειάζεται ειδική, δημόσια αιτιολόγηση για να συνεχίσει, όχι για να καταργηθεί. Οσο για τον Βρετανό παρατηρητή, εάν πράγματι υπήρξε, τουλάχιστον δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι άφησε τον Ναπολέοντα να περάσει απαρατήρητος.
* Ο κ. Τάσος Ι. Αβραντίνης είναι νομικός και πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών (ΙΔΟΜ).