Πασκάλ Μπρυκνέρ: Γουοκισμός και τραμπισμός, όψεις του ιδίου νομίσματος

Φόρτωση Text-to-Speech…

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ (γενν. 1948) είχε πάντοτε την τάση να προκαλεί. Είτε με το ερωτικό (σαδομαζοχιστικό εν μέρει) μυθιστόρημά του «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» είτε με τα δοκίμιά του. Θεωρούμενος ως ένας εκ των «νέων φιλοσόφων» στη Γαλλία της δεκαετίας του ’70, ο Μπρυκνέρ έχει τα τελευταία χρόνια καταδικάσει με σφοδρότητα την ενοχοποίηση και το αυτομαστίγωμα του δυτικού πολιτισμού, αντιμετωπίζει δε το Ισλάμ με βαθιά καχυποψία, κατακρίνει την πολιτική ορθότητακαι, γενικώς, είναι ενάντιος σε όλα όσα γέννησε η γαλλική διανόηση τις τελευταίες δεκαετίες, με τη σχετικοποίηση των δυτικών αξιών της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού.

Το 1999 είχε προκαλέσει θόρυβο με τη στήριξή του στους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ και την καταδίκη του των σερβικών θηριωδιών, ενώ το 2003 στήριξε την αμερικανική επίθεση στο Ιράκ. Ωστόσο, κατέκρινε σφόδρα στη συνέχεια τους χειρισμούς των Αμερικανών και, κυρίως, καταδίκασε τα βασανιστήρια στο Αμπού Γκράιμπ και στο Γκουαντάναμο.

Το τελευταίο του βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, με τίτλο «Υποφέρω, άρα υπάρχω. Πορτρέτο του θύματος ως ήρωα» (μτφρ.: Ανδρέας Παππάς), κινείται στο πνεύμα προηγούμενων δοκιμίων του όπως «Η τυραννία της ενοχής», η «Διαρκής ευφορία: Για το καθήκον της ευτυχίας».

Οταν επικοινωνήσαμε γραπτώς (επέμενε σε αυτήν τη συνθήκη), τον ρώτησα εάν βλέπει ένα κοινό νήμα να συνδέει αυτά τα έργα, καθώς επίσης αν νιώθει αυτή την ανάγκη να θέτει ζητήματα που ενδέχεται να τον καταστήσουν αντιδημοφιλή ή αμφιλεγόμενο.

«Εχετε δίκιο», ήρθε η πρώτη απάντηση. «Σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου δεν έπαψα ποτέ να στοχάζομαι πάνω στα ζητήματα της ενοχής, της αρνητικής συνείδησης, της θυματοποίησης και του νηπιακού τρόπου σκέψης. Τι σημασία έχει να είναι κανείς αντιδημοφιλής για ένα διάστημα, αφού στο τέλος οι έντιμοι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι είχα δίκιο να ασχοληθώ με αυτά τα ζητήματα»;

– Το «Υποφέρω, άρα υπάρχω» μοιάζει να συνεχίζει από εκεί όπου σταμάτησε η «Τυραννία της ενοχής»: η Δύση, και ιδιαίτερα η Ευρώπη, πάσχει από ενοχές και αυτό έχει πλέον μετατραπεί σε μια νέα κουλτούρα, στην κουλτούρα του woke, όπου το να είναι κάποιος θύμα αποτελεί σχεδόν μορφή αγιοσύνης και τα πάντα μπορούν να εκληφθούν ως βία – από μία λέξη έως ένα απλό (ανδρικό) βλέμμα. Είναι αυτή η πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα;

– Ο γουοκισμός (wokism) είναι ένας εκφυλισμένος προοδευτισμός, όπως ο τραμπισμός είναι ένας συντηρητισμός που έχει χάσει τα λογικά του. Ενώ η αυθεντική Αριστερά υπερασπίζεται τους καταπιεσμένους για να τους βοηθήσει να ξεφύγουν από τη δυστυχία τους, η woke Αριστερά τούς ορίζει μέσα από τη δυστυχία τους και τους εμποδίζει να βγουν από αυτήν.

Οι λεγόμενοι της γης οι κολασμένοι, οι άνθρωποι που είναι θύματα ρατσισμού, παραμένουν τέτοιοι για πάντα, εις τους αιώνας των αιώνων. Ο γουοκισμός είναι βαθιά απαισιόδοξος, διότι δεν βλέπει καμία πρόοδο στην ιστορία των ανδρών και των γυναικών· μόνο μια αιώνια κυριαρχία που πρέπει διαρκώς να καταγγέλλεται.

Ο τραμπισμός όμως αποτελεί με τη σειρά του έναν υπερ-γουοκισμό, ο οποίος δεν περιορίζεται στη θυματοποίηση μειονοτήτων, αλλά θυματοποιεί ολόκληρο τον αμερικανικό λαό, παρουσιάζοντάς τον ως θύμα της απληστίας των Ευρωπαίων, των Κινέζων, των μεταναστών κ.λπ. Ο Τραμπ κατάφερε να πείσει τους Αμερικανούς, έναν από τους πλουσιότερους λαούς της γης, ότι υφίστανται εκμετάλλευση και λεηλασία από τον υπόλοιπο πλανήτη.

Ο τραμπισμός και ο γουοκισμός, οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος, λειτουργούν μέσω της λογοκρισίας, που είναι κληρονομιά του προτεσταντικού πουριτανισμού: οι διαφωνούντες πρέπει να φιμώνονται – στα πανεπιστήμια για τους μεν, στα μέσα ενημέρωσης για τους δε.

Δυστυχώς, η Ευρώπη ακολουθεί τα βήματα των Αμερικανών, παρότι δεν διαθέτουμε αυτή τη λατρεία της υπερβολής που χαρακτηρίζει τον λαό αυτόν. Ας σημειωθεί ότι ο Ορμπαν ηττήθηκε στην Ουγγαρία και ότι οι λαϊκιστές δεν είναι πλέον τόσο δημοφιλείς όσο ήταν πριν από ένα ή δύο χρόνια. Ακόμη και ο Τραμπ αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες ύστερα από ενάμιση χρόνο θητείας. Ο επόμενος σημαντικός σταθμός θα είναι οι γαλλικές εκλογές, η βασική μας πρόκληση.

– Αυτή η συλλογική εμμονή με τη δυστυχία αποτελεί μια καλά κρυμμένη εκδοχή ενός συλλογικού ναρκισσισμού από τον οποίο πάσχει η Ευρώπη και, ουσιαστικά, ολόκληρη η Δύση;

– Το να προβάλλεις τον εαυτό σου ως μάρτυρα ή ως δυστυχισμένο άνθρωπο είναι πράγματι χαρακτηριστικό του ναρκισσισμού, ένας τρόπος να υπάρχει κανείς έξω από το κοπάδι. Ο πόνος γίνεται η μοναδική μας ταυτότητα, όπως επίσης γίνεται και σημαία των λαϊκισμών που παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά έθνη ως συντετριμμένα από τις Βρυξέλλες, την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση, τον «κακό» καπιταλισμό κ.ο.κ.

Ορισμένοι δημαγωγοί στη Γαλλία και αλλού περιγράφουν τους σύγχρονους ανθρώπους με τρόπο ανάλογο με εκείνον που ο Εμίλ Ζολά περιέγραφε τον 19ο αιώνα τους εργάτες ως εκμεταλλευόμενους και ταπεινωμένους.

– Πώς επηρεάζουν αυτά τα φαινόμενα την έννοια της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ευρώπη; Φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι σήμερα υποτιμούν τη σημασία της δημοκρατίας.

– Ενα παλιό απωθημένο της δεκαετίας του 1930 επανέρχεται: η δημοκρατία καταδικάζεται ξανά ως αναποτελεσματικό καθεστώς, ως πλουτοκρατία που συνθλίβει τον λαό. Ορισμένοι διψούν για πειθαρχία και εξουσία και είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για έναν ισχυρό και αμείλικτο ηγέτη.

Ορισμένοι δημαγωγοί περιγράφουν τους σύγχρονους ανθρώπους με τρόπο ανάλογο με εκείνον που ο Εμίλ Ζολά περιέγραφε τον 19ο αιώνα τους εργάτες ως εκμεταλλευόμενους και ταπεινωμένους.

Ο θαυμασμός που εκφράζουν ορισμένοι πολιτικοί, στην Ευρώπη και κυρίως στην Αφρική, για τον Πούτιν, πηγάζει από αυτή την εμπύρετη έλξη προς τον βίαιο άνδρα που υποτίθεται ότι θα σώσει τον πολιτισμό. Ομως αυτός ο βίαιος ηγέτης φέρνει δυστυχία στον ίδιο του τον λαό, έχει προκαλέσει τον θάνατο σχεδόν ενός εκατομμυρίου ανθρώπων και, ακόμη χειρότερα, βρίσκεται στη διαδικασία να χάσει τον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας.

Ο γελοίος τσάρος του Κρεμλίνου πρέπει να κρατηθεί σε απόσταση και να αντιμετωπιστεί ως αυτό που είναι: ένας εγκληματίας πολέμου, που αξίζει να οδηγηθεί ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

– Αρα ο πουτινισμός αποτελεί σαφή απειλή προς τις δυτικές αξίες. Τι θα έπρεπε να κάνει η Ευρώπη; Και κάτι ακόμη: τι γίνεται με την Κίνα;

– Η φιλελεύθερη Ευρώπη έχει πράγματι δύο μεγάλους εχθρούς: την επιθετική Ρωσία του Πούτιν και το ριζοσπαστικό Ισλάμ, δηλαδή εκείνο των Αδελφών Μουσουλμάνων, οργάνωσης που θεωρείται τρομοκρατική και έχει απαγορευθεί σε μεγάλο μέρος του αραβομουσουλμανικού κόσμου, με εξαίρεση το Κατάρ και την Τουρκία.

Ενα παλιό απωθημένο της δεκαετίας του 1930 επανέρχεται: η δημοκρατία καταδικάζεται ξανά ως αναποτελεσματικό καθεστώς, ως πλουτοκρατία που συνθλίβει τον λαό. Ορισμένοι διψούν για πειθαρχία και εξουσία.

Ο Πούτιν επιδιώκει να εκδικηθεί για την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και να μας υποδουλώσει. Το ριζοσπαστικό Ισλάμ επιδιώκει να μας προσηλυτίσει, με τη θέλησή μας ή διά της βίας, μέσω της τρομοκρατίας ή του κηρύγματος, υιοθετώντας παράλληλα τον ρόλο του παρία. Εχει μάλιστα επινοήσει έναν όρο, την «ισλαμοφοβία», για να μας απαγορεύσει να το επικρίνουμε χωρίς να κατηγορηθούμε για ρατσισμό.

Πρόκειται για έναν εκβιασμό στον οποίο δεν πρέπει να υποκύψουμε, διότι οι χριστιανοί της Ανατολής, που διώκονται σχεδόν σε όλες τις μουσουλμανικές χώρες, δεν απολαμβάνουν ποτέ την προστασία του επιχειρήματος περί «χριστιανοφοβίας».

Απέναντι στη Ρωσία, η Ευρώπη οφείλει να επανεξοπλιστεί, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στην αμερικανική υποστήριξη και ότι βρίσκεται μόνη απέναντι στον «Δρα Strangelove» του Κρεμλίνου (σ.σ. αναφορά στον παρανοϊκό χαρακτήρα που ενσαρκώνει ο Πίτερ Σέλερς στην ταινία «ΣΟΣ Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» που γύρισε ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ το 1964).

Oσον αφορά τον ισλαμικό προσηλυτισμό, οφείλουμε να απαντήσουμε χωρίς αδυναμία: σεβασμός στις θρησκείες και στους πιστούς, αλλά και δικαίωμα κριτικής του Κορανίου και των πρακτικών του· δικαίωμα των πιστών να εγκαταλείπουν τη θρησκεία τους· και φιλόξενη στάση απέναντι στους πρώην μουσουλμάνους που επιθυμούν να εγκαταλείψουν την πίστη τους και να ενσωματωθούν στην κοινωνία. Κάθε επιείκεια απέναντι στους ισλαμιστές θα πληρωθεί ακριβά.

Oσο για την Κίνα, υπήρξαμε πολύ αφελείς και πρέπει να προστατευθούμε από την εμπορική της επιθετικότητα, θυμούμενοι παράλληλα ότι εκείνη έχει μεγαλύτερη ανάγκη εμάς απ’ ό,τι εμείς εκείνη. Σε διπλωματικό επίπεδο, είναι σημαντικό να οικοδομήσουμε σχέσεις με όλες τις χώρες που υποφέρουν από τον ιμπεριαλισμό του Πεκίνου: την Ινδία, το Βιετνάμ, την Ινδονησία, τις Φιλιππίνες κ.ά.

– Στο παρελθόν έχετε υποστηρίξει ότι το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ο καπιταλισμός αυτός καθαυτόν, αλλά ο «οικονομισμός» (économisme), δηλαδή η εμπορευματοποιημένη κουλτούρα που αναδύθηκε ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1990 εις βάρος της πολιτικής.

– Στο ερώτημα εάν ο καπιταλισμός αποτελεί την πηγή όλων των δεινών της γης, θα έλεγα, όπως είπε ο Τσώρτσιλ για τη δημοκρατία, ότι είναι το χειρότερο από όλα τα συστήματα –με εξαίρεση όλα τα υπόλοιπα– υπό την προϋπόθεση ότι πλαισιώνεται από κανόνες και διορθωτικούς μηχανισμούς.

Ο οικονομισμός είναι η τάση να αντιμετωπίζονται όλα τα προβλήματα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του ορθολογικού υπολογισμού και της λογιστικής, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλοι παράγοντες όπως ο πολιτισμός, οι παραδόσεις, οι θρησκείες και τα ανθρώπινα πάθη.

Πιστεύουμε ότι μπορούμε να λύσουμε τα πάντα εξετάζοντας μόνο το ζήτημα των μισθών, της στέγασης και των υποδομών – ζητήματα βεβαίως πολύ σημαντικά, αλλά όχι επαρκή από μόνα τους.

Η οικονομία είναι το πρώτο σκαλοπάτι προς την ελευθερία, αλλά δεν συνοψίζει από μόνη της ολόκληρη την ανθρώπινη περιπέτεια.