Φόρτωση Text-to-Speech…
Γνώριζα τον Δημήτρη Ξανθάκη. Τον είχα παρακολουθήσει πολλές φορές ως έφηβος και νεαρός να «ιερουργεί» στο υπόγειο του «Καραμπατέα» στη λεωφόρο Αθηνών (Καβάλας) στο Χαϊδάρι.
Συναρπαστικός τραγουδιστής με μέταλλο αδρό και λαμπερό, μεστές τσαλκάντζες και εντυπωσιακή έκταση, καθώς και γνώση του καλού λαϊκού τραγουδιού. Αρρωστος «καζαντζιδικός», αλλά στον καμβά και το ρεπερτόριό του είχε και Στράτο, και Μανώλη και άλλους «αγίους», και βέβαια και τα ωραία δικά του.
Φυσικά, όπως είπαμε, στα προγράμματά του ο Στέλιος ήταν το κυρίως πιάτο. Αλλωστε ο Ξανθάκης θεωρείται ένας απ’ τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της πολυάριθμης σχολής… Καζαντζίδη.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως η μητέρα του τελευταίου, η κυρία Γεθσημανή, που ήταν πιο γλεντζού απ’ τον γιο της, αν και σε προχωρημένη ηλικία, πολλές φορές πήγαινε στα μαγαζιά όπου εμφανιζόταν ο Ξανθάκης, αλλά και σε άλλους καλλιτέχνες του ιδίου ηχοχρώματος, για να ακούει από εκείνον τις επιτυχίες που σημείωνε ο γιος της.
Βλέπετε, ο Καζαντζίδης μπορεί από το 1966 να ορκίστηκε να μηνξανατραγουδήσει ζωντανά, τηρώντας υπόσχεσή του μέχρι και το τέλος της ζήσης του, συνέχιζε όμως, παρά τις «παύσεις» του, να δισκογραφεί και να γράφει Ιστορία.
Τον Δημήτρη Ξανθάκη τον αντάμωσα αρκετά χρόνια αργότερα, μέσω του φίλου του, Κώστα Καταμπά. Ωραίος μάγκας, με την ορθή έννοια της λέξης, μου παραχώρησε συνεντεύξεις και μου χάρισε μνήμες και στιγμές απ’ το ξύλινο μπαουλάκι που φύλαγε στο γραφείο του.
Ανάμεσά τους πολύτιμες φωτογραφίες του, πέρα απ’ την κυρία Γεθσημανή, με τους Μανώλη Αγγελόπουλο, Στράτο Διονυσίου, Μαίρη Λίντα, Γιώργο Νταλάρα, Αχιλλέα Θεοφίλου, Νάκη Πετρίδη, Μαίρη Μαράντη και όχι μόνο.
Μην ξεχνάμε πως ο ίδιος και τα αδέλφια του ήταν επιχειρηματίες στο ονομαστό κέντρο «Stop» της Πέτρου Ράλλη. Ο Ξανθάκης γνώρισε δόξες εκεί. Εξ ου και ο ομότιτλος μεγάλος δίσκος του που κυκλοφόρησε το 1976 από την Pan Vox (MBI).
Οταν δημιούργησα, υπό τη σκέπη του Κώστα Γιαννίκου, το περιοδικό «Οασις» και ανέλαβα μαζί και τη διεύθυνσή του, στο τρίτος τεύχος του (Οκτώβριος 2008), φιλοξενήσαμε συνέντευξή του, στους Γιάννη Ξυνόπουλο και Μωυσή Ασέρ, όπου ο Ξανθάκης μεταξύ άλλων αναφερόταν και στο πρότυπό του:
«Εγώ, παιδιά, τραγούδαγα Καζαντζίδη. Εκεί είχα το ψώνιο μου εγώ. Εκείνη την περίοδο (1968 περίπου) ο Στέλιος δεν τραγούδαγε, δεν εμφανιζόταν σε μαγαζιά, οπότε εγώ τραγουδούσα τα τραγούδια του… Τα “Χείλη κόκκινα”», η πρώτη επιτυχία του Ξανθάκη, «τα είπα στη δισκογραφική εταιρεία Fantasia. Μπορώ να σας διηγηθώ μια ιστορία σχετικά με αυτό το δισκάκι (45 στροφών): Ηρθε ο Γιάννης Παλαιολόγου (φίλος και συμμαθητής μου· μου έχει βαφτίσει και τον γιο μου) και με πήρε να συναντήσουμε τον Στέλιο σε μια ταβέρνα στα σφαγεία. Μόλις είχε βγει το δισκάκι μου, και ο Παλαιολόγου το πήρε και το έβαλε στο τζουκ μπόξ της ταβέρνας. Το πατάει και λέει στον Καζαντζίδη: “Ακου, Στέλιο, ένα τραγούδι σου παλιό”. Σταματήσαμε να μιλάμε, ο Στέλιος δεν θυμότανε και έλεγε: “Μα πότε το είπα και δεν το θυμάμαι”. Ακόμη και ο Καζαντζίδης μπερδεύτηκε, γιατί του έμοιαζα…».
Και συνέχιζε ο Δημήτρης Ξανθάκης:
«Καλό δεν είναι να μοιάζεις στον άλλον. Είμαι όμως ευτυχισμένος που ο Θεός με προίκισε με αυτό το χάρισμα, αυτή τη φωνή, που μπορούσα να κάνω παρά πολλά πράγματα. Τα πρώτα χρόνια ήταν μια σημαντική βοήθεια (τότε που ήμουν άγνωστος ακόμη). Ο κόσμος με έλεγε ο αντικαταστάτης του Καζαντζίδη. Εγώ ένιωθα καλά, γιατί μάζευα κόσμο, γέμιζα το μαγαζί, χωρίς να είμαι ο Καζαντζίδης. Γέμιζα μαγαζιά χωρίς να έχω αυτή τη δύναμη. Τη δύναμη την έβλεπε ο κόσμος, γιατί έμοιαζα στον Στέλιο. Μετά (τα επόμενα χρόνια) γινότανε σύγκριση γενική με το πρότυπο. Ετσι γίνεται πάντα. Ο δεύτερος είναι πάντα δεύτερος. Εν τω μεταξύ, όταν το πρότυπο είναι ένα “βουνό” και εμείς κοινοί θνητοί, πώς μπορούμε να τρυπήσουμε το βουνό και να περάσουμε απέναντι; Ο Καζαντζίδης ήταν ένα “βουνό”, ένας καλλιτέχνης που κανείς δεν μπορούσε ούτε να τον φτάσει, όχι να τον ξεπεράσει. Είναι άφταστος. Δεν το μετάνιωσα όμως ποτέ που τραγουδάω έτσι και έχω αυτή τη φωνή και μπορώ να τραγουδήσω τα πάντα. Ενα ακόμη συν είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μου πει ότι δεν τραγουδάω καλά (έλα, ρε παλιοτραγουδιστή). Εγώ ποτέ δεν είπα ότι τραγουδάω σαν τον Καζαντζίδη, οι άλλοι με βάλανε στη θέση αυτή».