Του Πατριάρχη
Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία είναι αδιαπραγμάτευτο. Δεν περιλαμβάνει, όμως, το δικαίωμα να σταματάς ανθρώπους στον δρόμο, να τους ρωτάς αν είναι Ισραηλινοί και, αναλόγως της απάντησης, να τους προπηλακίζεις. Αυτό δεν είναι πολιτική δράση και ακτιβισμός. Είναι ρατσισμός με παλαιστινιακή σημαία, για να μην υπάρχουν αμφιβολίες.
Τις τελευταίες ημέρες καταγράφονται στην Ελλάδα περιστατικά στα οποία Ισραηλινοί τουρίστες αντιμετωπίζονται περίπου ως περιφερόμενοι εκπρόσωποι της κυβέρνησης Νετανιάχου. Στο Σύνταγμα σημειώθηκε επίθεση εναντίον ζευγαριού Ισραηλινών, ενώ στο Αγκίστρι σημειώθηκε σύγκρουση διαδηλωτών με τουρίστες από το Ισραήλ. Την ίδια ώρα, το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών αναγκάστηκε να συστήσει στους πολίτες του που βρίσκονται στην Ελλάδα να αποφεύγουν ακόμη και σύμβολα τα οποία θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ισραηλινή ή την εβραϊκή ταυτότητά τους. Όταν ένας επισκέπτης συμβουλεύεται να κρύψει ποιος είναι, υπάρχει ήδη πρόβλημα για τη χώρα που τον φιλοξενεί.
Ο Ισραηλινός που πίνει καφέ στο Σύνταγμα ή κατεβαίνει από ένα κρουαζιερόπλοιο δεν είναι απαραίτητα ψηφοφόρος και υποστηρικτής του Νετανιάχου. Δεν γνωρίζουμε τι ψηφίζει, τι πιστεύει, αν υπηρέτησε στον στρατό, αν διαφωνεί με τον πόλεμο ή αν έχει συγγενείς που κρατήθηκαν όμηροι από τη Χαμάς. Για τους εργολάβους της οργής, όμως, όλα αυτά είναι περιττές λεπτομέρειες. Αρκεί η ταυτότητα. Η συλλογική ενοχή είναι άλλωστε η παλαιότερη και πιο βολική πρώτη ύλη κάθε ρατσισμού.
Κανείς δεν θα τολμούσε να υποστηρίξει ότι δικαιολογείται επίθεση εναντίον ενός Ρώσου τουρίστα επειδή ο Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία. Ούτε ότι ένας Τούρκος επισκέπτης πρέπει να απολογηθεί για τον Ερντογάν, την κατοχή στην Κύπρο ή τις φυλακίσεις αντιφρονούντων. Όταν όμως πρόκειται για Ισραηλινούς, κάποιοι ανακαλύπτουν αιφνιδίως το δικαίωμα της επιτόπου απονομής «δικαιοσύνης». Η ευαισθησία τους έχει αξιοθαύμαστη γεωγραφική επιλεκτικότητα.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα αστυνομικών ή λιμενικών να παρακολουθούν περιστατικά προπηλακισμού χωρίς άμεση και αποφασιστική αντίδραση. Η «ψυχραιμία» των Αρχών είναι απαραίτητη, αλλά η ακινησία τους δεν είναι. Όταν κάποιος δέχεται επίθεση λόγω εθνικής ή θρησκευτικής ταυτότητας, το κράτος δεν δικαιούται να παριστάνει τον ουδέτερο θεατή.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης ορθώς υπενθύμισε ότι η διάκριση λόγω φυλής ή θρησκεύματος τιμωρείται από τον αντιρατσιστικό νόμο και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα παρέμβουν οι εισαγγελείς. Η κυβέρνηση, όμως, δεν μπορεί να κυβερνά στην ευκτική. Δεν αρκεί να ελπίζει ότι κάποιος άλλος θα κάνει τη δουλειά του. Οφείλει να δώσει σαφείς εντολές για προστασία των επισκεπτών και άμεση εφαρμογή του νόμου.
Η υπεράσπιση των Παλαιστινίων δεν απαιτεί μίσος για τους Εβραίους. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή την απλή διαφορά δεν υπηρετεί κανένα ανθρωπιστικό ιδεώδες. Απλώς ξεσκονίζει έναν πανάρχαιο φανατισμό και του φοράει κεφίγια. Η ανοχή απέναντι σε αυτόν τον φανατισμό δεν εκθέτει το Ισραήλ, εκθέτει πρωτίστως την Ελλάδα.