Οι μνηστήρες της πλατείας

Φόρτωση Text-to-Speech…

Στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο της Τετάρτης προβλήθηκαν πολιτικές προσδοκίες και κοινωνικές φοβίες που τελικά δεν επιβεβαιώθηκαν. Δεν συνέβη τίποτα ακραίο, ούτε και κάτι ανατρεπτικό. Διαμαρτυρία και δυσαρέσκεια ναι, αλλά όχι δυναμική κοινωνικής έκρηξης ή ένα ισχυρό και οριοθετημένο πολιτικό ρεύμα. «Αντε και στα δικά μας» ευχήθηκε ο επικεφαλής της νεολαίας της ΕΛΑΣ, «Κάν’ το όπως το Παρίσι» κάλεσε η Νέα Αριστερά με την αφίσα της, γέφυρα με τη Γαλλία έστησαν επίσης το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Το ΠΑΣΟΚ την απέφυγε.

Για την ώρα, η πλατεία έχει πολλούς μνηστήρες, αλλά κανέναν φυσικό κληρονόμο. Το σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι δεν υπάρχει καν «πλατεία».

Οχι όπως παλιά

«Οσοι σκέφτονται να επενδύσουν στην πλατεία θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι οι συνθήκες δεν είναι ίδιες με την ταραγμένη περίοδο των μνημονίων», επισημαίνει ο γενικός διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Pulse Γιώργος Αράπογλου. «Υπάρχει θυμός, σε ένα βαθμό δικαιολογημένος, αλλά δεν είναι πλειοψηφικός», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας ότι «η εμπειρία της περιόδου των μνημονίων συγκρατεί». Μάλιστα, όπως παρατηρεί, «οι μαθητές, ακόμη και αν δεν έχουν το βίωμα, εισπράττουν την αίσθηση από το περιβάλλον τους».

οι-μνηστήρες-της-πλατείας-564542761

Στην απουσία συνθηκών γενικευμένης κοινωνικής έκρηξης επιμένει και ο Κώστας Παναγόπουλος της Alco. «Δεν πρόκειται να δούμε ένταση ούτε καν που να πλησιάζει σε αυτά που γίνονται στη Γαλλία», εκτιμά, χωρίς να υποτιμά τη συσσωρευμένη δυσφορία. «Η δυσαρέσκεια είναι έντονη, είναι βαρύ πράγμα η διάψευση των προσδοκιών και έχει πολιτικό αποτύπωμα», αναφέρει, καταλήγοντας: «Υπάρχει καύσιμη ύλη, αλλά δεν βρισκόμαστε σε σημείο βρασμού».

Ο Τάσος Βασιλείου της Prorata αναδεικνύει την απουσία ενιαίας πολιτικής κατεύθυνσης. «Οι κινητοποιήσεις συμπυκνώνουν πραγματική κοινωνική δυσαρέσκεια, όχι όμως ενιαίο πολιτικό ρεύμα», σημειώνει. «Ακρίβεια, στέγη και δημόσιες υπηρεσίες κινητοποιούν διαφορετικά ακροατήρια, χωρίς κοινή ηγεσία ή πολιτική προοπτική».

Στο ερώτημα ποιοι μπορούν να αποκομίσουν οφέλη, ο ίδιος διακρίνει διαφορετικές δυνατότητες και περιορισμούς. «Το ΚΚΕ διαθέτει οργανωμένη κινηματική παρουσία, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας επιχειρεί να εκφράσει την αντισυστημική οργή», αναφέρει. Αντιθέτως, «το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται όταν η αντιπαράθεση μετακινείται από την αναζήτηση κυβερνητικής εναλλακτικής στην αντισυστημική ρήξη». Στην ίδια ανάλυση περιλαμβάνει και την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, η οποία, «παρά την αντιπολιτευτική ρητορική της, εντάσσεται πλέον στον συστημικό ανταγωνισμό».

Ρεύμα χωρίς όχθες

Ετερος αναλυτής μεγάλης δημοσκοπικής εταιρείας εμφανίζεται κατηγορηματικός ως προς τις δυνατότητες συγκρότησης ενός νέου ρεύματος αντιμνημονιακού τύπου. «Δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει οριοθετημένο ρεύμα αγανάκτησης», εκτιμά, μολονότι αναγνωρίζει ότι η διαμαρτυρία είναι «έντονη και διάχυτη». Οπως εξηγεί, η ακρίβεια και η ενεργειακή κρίση έχουν επιβαρύνει το κοινωνικό κλίμα, ενώ πλέον είναι πλειοψηφική η άποψη ότι η κυβέρνηση δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα: «Πρόκειται για σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με την περίοδο της πανδημίας και την πρώτη φάση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία».

Ωστόσο, κατά τον ίδιο, «ο κατακερματισμός δεν αφήνει κάποιον να ξεχωρίσει, όπως με το αντιμνημόνιο». Γι’ αυτό και θεωρεί ότι τα οφέλη για τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα είναι μικρά. Η κυβερνητική φθορά δεν δημιουργεί αυτομάτως έναν ισχυρό αντίπαλο, όταν οι δυσαρεστημένοι πολίτες κατευθύνονται προς διαφορετικές πολιτικές επιλογές.

Οι μνηστήρες της πλατείας-1

Ο Γιώργος Τράπαλης, αναλυτής της εταιρείας ερευνών Good Affairs, περιγράφει μια βαθύτερη αναδιάταξη του πολιτικού ανταγωνισμού. «Γίνεται όλο και πιο ευδιάκριτος ο διαχωρισμός ανάμεσα στα παραδοσιακά κόμματα και στις νεότερες, περισσότερο ριζοσπαστικές πολιτικές εκφράσεις», σημειώνει. Το εξηγεί με ένα παράδειγμα: «Ενας νέος εργαζόμενος μπορεί να διεκδικεί υψηλότερες αποδοχές, καλύτερες συνθήκες εργασίας και μεγαλύτερη κοινωνική προστασία, χωρίς να θεωρεί ότι εκπροσωπείται αποτελεσματικότερα από την παραδοσιακή Αριστερά, όπως κατανοούμε από τις έρευνες που μελετάμε».

Κατά τον κ. Τράπαλη, «αυτές οι μεταβολές καθιστούν δυσκολότερη την πολιτική οριοθέτηση των κινητοποιήσεων». Και προσθέτει: «Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν συνεπάγεται εμπιστοσύνη στην αντιπολίτευση, όπως και η απόρριψη του πολιτικού συστήματος δεν οδηγεί υποχρεωτικά στην ίδια εναλλακτική πολιτική επιλογή».

Οι πολιτικοί μνηστήρες των πλατειών, συνεπώς, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις παραδοσιακές ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. «Ενδεχόμενη κλιμάκωση των κινητοποιήσεων μπορεί να ενισχύσει την πολιτική τους σημασία, όχι όμως απαραίτητα να δημιουργήσει ένα ενιαίο πολιτικό ρεύμα», εκτιμά ο αναλυτής της Good Affairs.

«Το παράδοξο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να αποκτά κοινή έκφραση, την ίδια στιγμή που η πολιτική της εκπροσώπηση γίνεται ολοένα και πιο κατακερματισμένη», υπογραμμίζει, καταλήγοντας: «Οι πολίτες μπορεί να συναντώνται στις ίδιες πλατείες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα συναντηθούν και στην ίδια κάλπη».

Η κόκκινη γραμμή

Ο Πάνος Σταθόπουλος, πολιτικός επιστήμονας και διευθυντής του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής», θεωρεί αναμενόμενη την προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης των κινητοποιήσεων. «Είναι μάλλον λογικό πολιτικά η αντιπολίτευση να επενδύει στις “πλατείες”», αναφέρει, διευκρινίζοντας: «Δεν εννοώ φυσικά στο πρότυπο των βίαιων επεισοδίων, όπως αυτά που συμβαίνουν στη Γαλλία, αλλά σε μια μαζική και έντονη κοινωνική διαμαρτυρία, όταν υπάρχει αυτή η “ευκαιρία”».

«Οι πολίτες μπορεί να συναντώνται στις ίδιες πλατείες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα συναντηθούν και στην ίδια κάλπη», επισημαίνει ο Γιώργος Τράπαλης, αναλυτής της εταιρείας ερευνών Good Affairs.

Για τον ίδιο, καθοριστική είναι η διάκριση ανάμεσα στη διαμαρτυρία και στην αναταραχή. «Το κρίσιμο στοιχείο, δηλαδή, που διαφοροποιεί τα πράγματα είναι η επιδίωξη βίας και κοινωνικής αναταραχής και δεν νομίζω ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιδιώκουν την παραβίαση αυτής της κόκκινης γραμμής», σημειώνει.

Πιστεύει, άλλωστε, ότι ούτε οι σημερινές συνθήκες ευνοούν μια τέτοια εξέλιξη. «Οχι μόνο γιατί εμείς τα ζήσαμε αυτά πριν από δεκαπέντε χρόνια και έχουμε διδαχθεί από τις συνέπειές τους, αλλά και γιατί η σημερινή συγκυρία, παρά την εύλογη δυσφορία για την ακρίβεια και το κόστος ζωής, δεν έχει καμία σχέση με τις ανεξέλεγκτες συνθήκες που οδήγησαν τότε στα μνημόνια».

οι-μνηστήρες-της-πλατείας-564546475

Ο κ. Σταθόπουλος απορρίπτει και την ιδέα ότι η νεολαία μπορεί να αποτελέσει έναν ενιαίο φορέα πολιτικής ανατροπής. «Οι νέοι, όσο κι αν έχουν δίκιο να διαμαρτύρονται, ιδίως στο σημερινό αβέβαιο παγκόσμιο περιβάλλον, δεν αποτελούν συμπαγή ομάδα που μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση». Και καταλήγει: «Δεν φαίνεται να υπάρχει Κον-Μπεντίτ για να τους συσπειρώσει…».

«Σταθερότητα ή αλλαγή»

Η κοινωνική αναστάτωση στην Ευρώπη δημιουργεί αισιοδοξία σε κυβερνητικούς παράγοντες ότι μπορεί να ενισχυθεί η προσπάθεια της Ν.Δ. να ταυτιστεί με την εγγύηση της σταθερότητας.

«Το δόγμα “τάξη και ασφάλεια”, σε περίπτωση επεισοδίων, μόνο υπέρ της κυβέρνησης θα αποβεί», εκτιμά αναλυτής μεγάλης εταιρείας, υπενθυμίζοντας ότι «μετά τον Μάη του ’68 βγήκε ενισχυμένος ο Ντε Γκωλ». Κατά τον ίδιο, η πολιτική αντιπαράθεση μέχρι τις εκλογές θα συμπυκνωθεί στο δίλημμα «σταθερότητα εναντίον αλλαγής» και, επομένως, μια κοινωνική αναταραχή διαρκείας θα χρησιμοποιηθεί από το κυβερνών κόμμα για να ενδυναμώσει την επιχειρηματολογία του.

«Το δόγμα “τάξη και ασφάλεια”, σε περίπτωση επεισοδίων, μόνο υπέρ της κυβέρνησης θα αποβεί», εκτιμά αναλυτής μεγάλης δημοσκοπικής εταιρείας, υπενθυμίζοντας ότι «μετά τον Μάη του ’68 βγήκε ενισχυμένος ο Ντε Γκωλ».

Ανάλογη δυνατότητα αναγνωρίζει ο Τάσος Βασιλείου: «Ευκαιρία μπορεί να βρει και η κυβέρνηση, αν η κινητοποίηση συνδεθεί στη δημόσια αντίληψη με αναστάτωση, γιατί τότε ενεργοποιούνται συντηρητικά αντανακλαστικά και κοινωνικός αυτοματισμός υπέρ της σταθερότητας».

Η στρατηγική αυτή, πάντως, έχει συγκεκριμένα όρια. Αναλυτής εντοπίζει «κοινωνική απομόνωση της κυβέρνησης στις ηλικίες 30-55», προσθέτοντας ότι «αυτό είναι το πρόβλημά της». Πρόκειται για ένα ακροατήριο που δέχεται έντονες οικονομικές πιέσεις και για το οποίο η επίκληση της σταθερότητας δεν αρκεί κατ’ ανάγκην ως απάντηση στην καθημερινή ανασφάλεια.

Ετσι, η πολιτική εξίσωση παραμένει ανοιχτή. Ο Γιώργος Αράπογλου και ο Κώστας Παναγόπουλος δεν διαβλέπουν συνθήκες κοινωνικής έκρηξης αντίστοιχες με εκείνες του παρελθόντος. Ο Γιώργος Τράπαλης εντοπίζει μια βαθύτερη κρίση εκπροσώπησης και ο Τάσος Βασιλείου αναδεικνύει τις διαφορετικές δυνατότητες των κομμάτων να αξιοποιήσουν τη διαμαρτυρία.

Το ερώτημα, όπως το θέτει ο αναλυτής της Prorata, είναι τελικά «ποιος μπορεί να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε βιώσιμη πολιτική εκπροσώπηση».

Στα κομματικά επιτελεία προσπαθούν να εξαγάγουν στέρεα συμπεράσματα από το πρόσφατο συλλαλητήριο, για να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους, περιμένοντας το επόμενο. Μια χρήσιμη σκέψη έχει διατυπωθεί από τη Χάνα Αρεντ (1969): «Μόνο όταν υπάρχει λόγος να υποψιαζόμαστε ότι οι συνθήκες θα μπορούσαν να αλλάξουν και δεν αλλάζουν, γεννιέται η οργή».