Η φιλόδοξη στρατηγική της Ουάσιγκτον για την πλήρη απεξάρτηση της αμυντικής και τεχνολογικής της βιομηχανίας από τις σπάνιες γαίες της Κίνας έως τον Ιανουάριο του 2027 φαίνεται πως σκοντάφτει στις περιορισμένες δυνατότητες της εγχώριας αγοράς. Η αμερικανική αμυντική βιομηχανία και οι εγχώριοι κατασκευαστές έχουν πλέον λιγότερο από έξι μήνες περιθώριο προκειμένου να τερματίσουν οριστικά την προμήθεια σπάνιων γαιών και κρίσιμων μετάλλων από την Κίνα, όπως επίσης και από τη Ρωσία, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα.
Σύμφωνα με το αυστηρό χρονοδιάγραμμα που επιβάλλουν οι νέοι ομοσπονδιακοί κανονισμοί των ΗΠΑ, οι εταιρείες του κλάδου καλούνται να αναδιοργανώσουν άμεσα τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες, διακόπτοντας τις εισαγωγές μαγνητών, βολφραμίου, μολυβδαινίου και τανταλίου από τις συγκεκριμένες χώρες. Παρά τις κρατικές ενισχύσεις ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες διοχετεύθηκαν σε 150 εγχώριες μεταλλευτικές επιχειρήσεις, η αμερικανική παραγωγή και επεξεργασία σπάνιων γαιών υπολείπεται σημαντικά των αναγκών της αγοράς.
Η εγχώρια προσφορά αδυνατεί, προς το παρόν, να καλύψει την υψηλή ζήτηση της βιομηχανίας. Το μέγεθος της πρόκλησης αποτυπώνεται στα στοιχεία του 2025. Ενώ η ετήσια αμερικανική ζήτηση για τους πλέον διαδεδομένους μαγνήτες σπάνιων γαιών ανήλθε σε 48.000 μετρικούς τόνους, η εγχώρια παραγωγή κάλυψε μόλις 300 τόνους, με προοπτική ενίσχυσης της παραγωγικής ικανότητας στους 5.000 τόνους έως το τέλος του έτους. Οι σπάνιες γαίες σημειωτέον αποτελούν μέρος μιας λίστας 60 κρίσιμων ορυκτών για την Ουάσιγκτον και απαιτούν εξειδικευμένη επεξεργασία προκειμένου να μετατραπούν σε μαγνήτες υψηλής τεχνολογίας, απαραίτητους για την κατασκευή οπλικών συστημάτων, αυτοκινήτων και ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν επαρκή αποθέματα, υστερούν ωστόσο σημαντικά σε υποδομές εξόρυξης και επεξεργασίας. Συνεπώς, η αμερικανική βιομηχανία ορυκτών έχει ελάχιστες πιθανότητες να γίνει αυτάρκης έως τον Ιανουάριο, σημειώνει ο Κρις Μπέρι, αναλυτής και σύμβουλος της βιομηχανίας ορυκτών. «Θα χρειαστούν πολλά ακόμη χρόνια για να δημιουργηθεί η απαραίτητη υποδομή, ώστε να είναι ανταγωνιστική», τόνισε.
Στρατηγική της Ουάσιγκτον ήταν η πλήρης απεξάρτηση της αμυντικής και τεχνολογικής βιομηχανίας της από τα κινεζικά ορυκτά έως τον Ιανουάριο του 2027.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα εξακολουθεί να ελέγχει πάνω από το 80% της παγκόσμιας επεξεργασίας κρίσιμων ορυκτών, διατηρώντας δεσπόζουσα θέση που επιτεύχθηκε μέσω κρατικών επιδοτήσεων και χαμηλών τιμών. Σε έκθεσή του για τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποίησε αυτόν τον μήνα ότι οι περιορισμοί που επιβάλλει η Κίνα στις εξαγωγές σπάνιων γαιών –εφόσον εφαρμοστούν πλήρως– θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο παραγωγική δραστηριότητα αξίας περίπου 6,5 τρισ. δολαρίων ετησίως εκτός της χώρας. Την κατάσταση επιδεινώνουν οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επεξεργασίας.
Εταιρείες όπως οι Ucore Rare Metals και MP Materials, οι οποίες στηρίζονται οικονομικά από το Πεντάγωνο, επανασχεδιάζουν τα χρονοδιαγράμματά τους λόγω των τεχνικών δυσκολιών στη διεργασία της εκχύλισης με διαλύτες, μεταθέτοντας την πλήρη επιχειρησιακή τους ετοιμότητα για τα επόμενα έτη. Αντίστοιχα, πρωτοβουλίες όπως το «ProjectVault», ύψους 12 δισ. δολαρίων, που στοχεύει στη δημιουργία εθνικών στρατηγικών αποθεμάτων, αναγκάζονται να προμηθευτούν πρώτες ύλες από τη διεθνή αγορά, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, προκαλώντας τις αντιδράσεις των εγχώριων παραγωγών που ζητούν πιεστικά τη διακοπή των εισαγωγών.
Στελέχη του κλάδου και αναλυτές εκτιμούν ότι θα απαιτηθεί χρόνος και επενδύσεις για να αποκτήσουν οι ΗΠΑ αυτόνομη παραγωγική ικανότητα. Στο μεταξύ, η αμερικανική κυβέρνηση ενδέχεται να καταφύγει σε μεταβατικές συμμαχίες με χώρες όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων, αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι η στρατηγική του Λευκού Οίκου για την καθολική εφαρμογή του δόγματος «BuyAmerican» από το 2027 είναι ανέφικτη και η παράταση των υφιστάμενων εξαιρέσεων για τα κινεζικά ορυκτά προβάλλει ως αναγκαία μεταβατική λύση.
Ο Λευκός Οίκος σημειώνει, τέλος, ότι το σχετικό εκτελεστικό διάταγμα της κυβέρνησης Τραμπ θέτει αυστηρά κριτήρια. Βάσει του διατάγματος, η έκδοση εξαιρέσεων επιτρέπεται εάν οι εταιρείες αποδείξουν ότι κατέβαλαν «εξαντλητικές προσπάθειες» για την αποφυγή προμήθειας κινεζικών υλικών, παρουσιάζοντας παράλληλα ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για τη σταδιακή απεξάρτηση της παραγωγικής τους αλυσίδας.