Οι απειλές από την εκτροφή σολομού

«Τα ψάρια θα μπορούσαν να γίνουν πολυτέλεια προσιτή μόνο στους λίγους», ήταν η προειδοποίηση σε αφίσες καμπάνιας της ισπανικής Ενωσης Υδατοκαλλιεργητών τον περασμένο Σεπτέμβριο. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι καταναλωτές θέλουν πιο πολύ ψάρι, η υπεραλίευση των ψαριών έχει εξαντλήσει τα αποθέματά τους και η υδατοκαλλιέργεια είναι η λύση στην αυξανόμενη ζήτηση, αποτρέποντας παράλληλα την καταστροφή των ωκεανών.

Σύμφωνα με την ισπανική εφημερίδα El Pais, η ίδια λογική –παράγω περισσότερο για να ψαρέψω λιγότερο– βρίσκεται πίσω από τον παγκόσμιο κλάδο υδατοκαλλιέργειας, η παραγωγή του οποίου αποφέρει έσοδα που φτάνουν στα 270 δισ. ευρώ, καθιστώντας τον τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο τομέα τροφίμων στον κόσμο. Σήμερα, το ήμισυ των θαλασσινών που καταναλώνουμε φτάνει στο πιάτο μας από υδατοκαλλιέργεια, με την Ισπανία να αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

οι-απειλές-από-την-εκτροφή-σολομού-564235159

Ωστόσο, τα πιο δημοφιλή εκτρεφόμενα θαλασσινά, όπως ο σολομός, η πέστροφα, η τσιπούρα, η γαρίδα ή το λαβράκι, στην Ισπανία και σε άλλες χώρες, τρώνε ακριβώς τα είδη ψαριών που η υδατοκαλλιέργεια ισχυρίζεται ότι προστατεύει. Τα δύο τρίτα της παγκόσμιας υδατοκαλλιέργειας εκτρέφουν είδη που τρέφονται με ιχθυάλευρα και ιχθυέλαιο, δηλαδή με αλεύρι ή λάδι που προέρχεται από το άλεσμα μικρών ψαριών ή υπολείμματα φιλεταρίσματος ψαριών. Πριν φτάσει στην αγορά, ένας σολομός εκτροφής μπορεί να καταναλώσει έως και περισσότερο από έξι φορές το βάρος του σε ψάρια, σημειώνει η ισπανική εφημερίδα.

Ερευνα επιπτώσεων

Eρευνα του δημοσιογραφικού εγχειρήματος The Outlaw Ocean Project, την οποία επικαλείται το ισπανικό Μέσο, αναδεικνύει μια σειρά από επιπτώσεις που συνδέονται με τον κλάδο της υδατοκαλλιέργειας. Ανάμεσά τους η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού στην αλιεία μικρής κλίμακας, η χρόνια έκθεση των εργαζομένων σε χημικές ουσίες, αλλά και τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Το εν λόγω κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό τις φτωχότερες χώρες, γράφει η El Pais, εκεί δηλαδή όπου η πρώτη ύλη ψαρεύεται και επεξεργάζεται.

Στην Γκάμπια και στη Μαυριτανία, η εν λόγω βιομηχανία επιδεινώνει την επισιτιστική ανασφάλεια, καθώς τα ψάρια που κάποτε συντηρούσαν τις τοπικές κοινότητες καταλήγουν όλο και συχνότερα σε εργοστάσια ιχθυαλεύρων, που έπειτα εξάγονται, αναφέρει η ισπανική εφημερίδα. Αλλες αναφορές για απομακρυσμένες περιοχές στην Απω Ανατολή και στην Κίνα περιγράφουν συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας σε αλιευτικά σκάφη, φάρμες και εργοστάσια. Σε άλλες χώρες, όπως η Ινδία και το Περού, ο κλάδος έχει βρεθεί στο επίκεντρο τουλάχιστον 80 περιστατικών κοινωνικής έντασης, ορισμένα από τα οποία εξελίχθηκαν σε βίαιες συγκρούσεις, με αφορμή απεργίες εργαζομένων και διαμαρτυρίες για τη ρύπανση των υδάτων ή τη δυσοσμία από εργοστάσια που επεξεργάζονται χιλιάδες τόνους σάπιων ψαριών.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι η εν λόγω βιομηχανία συμβάλλει στην όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων. Το 2018, δεκάδες διαδηλώσεις ξέσπασαν στο Σεν-Λουί της Σενεγάλης, μετά τον θάνατο ενός ψαρά από πυροβολισμούς της ακτοφυλακής της Μαυριτανίας, κατά τη διάρκεια μιας «διασυνοριακής εισβολής», όπως την περιέγραψαν οι μαυριτανικές αρχές, από σκάφος που συνδέεται με τη βιομηχανία ιχθυαλεύρων.

Σημαντικό μερίδιο των ιχθυαλεύρων που χρησιμοποιούνται από τις ισπανικές ιχθυοκαλλιέργειες –περίπου 128.000 τόνοι το 2024– είναι εισαγόμενο, συνδέοντας τους Ισπανούς καταναλωτές με αυτές τις κρυφές και διασυνοριακές κοινωνικές επιπτώσεις. Περίπου το 70% της ισπανικής υδατοκαλλιεργητικής παραγωγής αποτελείται από δίθυρα, όπως μύδια, στρείδια και χτένια, είδη συγκριτικά πιο βιώσιμα. Στην Ισπανία, το λαβράκι και η τσιπούρα είναι από τα πιο συνηθισμένα μεταξύ των ειδών των οποίων η παραγωγή εξαρτάται από τα ιχθυάλευρα. Η σύγχρονη υδατοκαλλιέργεια έχει, παρ’ όλα αυτά, και τα οφέλη της, υπογραμμίζει η El Pais. Στην Ινδία αποτελεί βασική πηγή απασχόλησης, ιδίως για τις γυναίκες. Στο Μπανγκλαντές, η επέκτασή της έχει συμβάλει στη μείωση των τιμών, καθιστώντας τα θαλασσινά προσιτά στα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα. Οι εκπομπές άνθρακα του κλάδου είναι επίσης αρκετά χαμηλότερες από εκείνες της παραγωγής βοδινού ή χοιρινού κρέατος.