Οι άμεσα αισθητές συνέπειες των πυρκαγιών

Φόρτωση Text-to-Speech…

Ανοδος της θερμοκρασίας του εδάφους έως και 14 βαθμούς καταγράφεται στις περιοχές της Δυτικής Αττικής που κάηκαν στις πρόσφατες πυρκαγιές. Ανάλογη διαφορά, που φθάνει τους 12 βαθμούς, καταγράφεται και στις πυρόπληκτες περιοχές της Χαλκιδικής.

Η διαφορά οφείλεται προφανώς στην απώλεια της βλάστησης και ποικίλλει ανάλογα με την πυκνότητα που αυτή είχε πριν καταστραφεί. Επιστήμονες του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, που κατέγραψαν τα νέα δεδομένα, επισημαίνουν ότι σε διάστημα δύο ή τριών ετών η διαφορά της θερμοκρασίας μειώνεται σημαντικά, όσο η φύση ανακάμπτει.

Τις παρατηρήσεις έκανε η μονάδα Meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, χρησιμοποιώντας δεδομένα υψηλής ανάλυσης. Οπως εξηγεί ο Γιώργος Κύρου, αναλυτής γεωχωρικών δεδομένων στη μονάδα Meteo, η διαφορά στη θερμοκρασία του εδάφους προκύπτει από τη σύγκριση δεδομένων από δύο διαφορετικές ημερομηνίες: πριν από την πυρκαγιά, στις 31 Ιουλίου, και μετά την πυρκαγιά, στις 16 Αυγούστου, ημέρες κατά τις οποίες υπήρχαν παρόμοιες καιρικές συνθήκες (θερμοκρασία και άνεμοι).

Οι μεγαλύτερες διαφορές παρατηρούνται στα σημεία όπου προηγουμένως υπήρχε πολύ πυκνή βλάστηση.

Οπως προκύπτει, εντός των ορίων της περιοχής που κάηκε στη Δυτική Αττική οι τιμές της θερμοκρασίας του εδάφους εμφανίζονται πολύ υψηλότερες, με τη διαφορά να φθάνει ακόμη και στους 12-14 βαθμούς σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τη δασική πυρκαγιά. Ανάλογα είναι τα αποτελέσματα και από την έκταση που κάηκε φέτος στη Χαλκιδική, ανάμεσα στα χωριά Σίβηρη και Κασσάνδρεια, όπου η θερμοκρασία του εδάφους έχει ανέβει κατά 10 έως 12 βαθμούς σε σχέση με πριν από την καταστροφή.

Τα πρώτα έτη

«Είναι προφανές ότι αυτές είναι οι άμεσα αισθητές συνέπειες μιας πυρκαγιάς. Οι μεγάλες διαφορές στη θερμοκρασία παρατηρούνται στα σημεία όπου η βλάστηση ήταν πολύ πυκνή και επομένως το έδαφος δεν θερμαινόταν τόσο, αφού προστατευόταν από δέντρα και θάμνους. Από ό,τι φαίνεται από τον χάρτη, τα σημεία αυτά στην ευρύτερη περιοχή του Πόρτο Γερμενού ήταν αρκετά σημαντικά σε έκταση», εξηγεί ο Κώστας Λαγουβάρδος, διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.

«Να σημειώσουμε, ωστόσο, ότι τόσο μεγάλη διαφορά υπάρχει μόνο τα πρώτα 1-2 έτη από την καταστροφή. Στην Πεντέλη, όπου βρίσκεται και το Αστεροσκοπείο, είδαμε έπειτα από 2-3 χρόνια η διαφορά στη θερμοκρασία να μειώνεται σιγά σιγά πλησιάζοντας τα επίπεδα που είχε πριν από τη φωτιά, όσο η βλάστηση σταδιακά αποκαθίστατο».

Σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο, από το 2017, έχει καεί το 64% της επιφανείας των δασών της Δυτικής Αττικής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου, από το 2017 έως και το 2026 έξι μεγάλες πυρκαγιές έχουν κάψει περισσότερα από 430.000 στρέμματα στην Περιφέρεια Δυτικής Αττικής. Επομένως, κάηκε το 64% της επιφανείας των δασών της. Αντίστοιχα στο σύνολο της Αττικής το ίδιο διάστημα κάηκαν σε 15 μεγάλες πυρκαγιές περισσότερα από 800.000 στρέμματα, το 42% των δασών της.

Σχετικά με την επίδραση των διαδοχικών πυρκαγιών στο κλίμα της Αττικής, ο κ. Λαγουβάρδος παραμένει επιφυλακτικός. «Από τη μελέτη των δεδομένων φαίνεται ότι σε κάθε πυρκαγιά δεν επηρεάζεται η θερμοκρασία σε μεγάλη απόσταση από την περιοχή που κάηκε, αλλά το μικροκλίμα. Είναι ωστόσο αναμφίβολα μια περιβαλλοντική και οικολογική υποβάθμιση, η οποία χρειάζεται χρόνια για να αποκατασταθεί», εκτιμά. Σημειώνει δε ότι η θερμοκρασία του αέρα δεν επηρεάζεται το ίδιο με τη θερμοκρασία του εδάφους, καθώς παρα-τηρείται αύξηση έως 2 βαθμών.

Οπως εξηγεί ο κ. Κύρου, τα δεδομένα που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες του Αστεροσκοπείου προέρχονται από τον αμερικανικό δορυφόρο Landsat-9. O δορυφόρος αυτός έχει αισθητήρα καταγραφής της θερμικής ακτινοβολίας του εδάφους και έτσι μπορεί να «παράγει» χάρτες με τις διαφορές της θερμοκρασίας.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πληροφοριακό σύστημα για τις δασικές πυρκαγιές (EFFIS), η φωτιά στο Πόρτο Γερμενό κατέκαψε περίπου 111.000 στρέμματα, ενώ οι καμένες εκτάσεις από την πυρκαγιά στη Σίβηρη της Χαλκιδικής ανέρχονται σε 2.500 στρέμματα. Ακόμη 30.900 στρέμματα κάηκαν τις ίδιες ημέρες στη δυτική Βοιωτία, στην πλευρά του Κορινθιακού Κόλπου.