Φόρτωση Text-to-Speech…
Περπατούσα στη ζώνη των Χαυτείων από την Πατησίων ώς τη Σταδίου, περνώντας την Πανεπιστημίου, αγγίζοντας την Αιόλου, νιώθοντας πως βρισκόμουν σε ένα από τα πιο εμπορικά κομμάτια της παλιάς Αθήνας. Αν και εκείνη την ώρα δεν συναντούσα παρά καψαλισμένους από τη ζέστη τουρίστες, καθώς ήταν η πρώτη Κυριακή του Αυγούστου, είχα πείσει τον εαυτό μου ότι τα Χαυτεία είναι «Χαυτεία», ότι παραμένουν δηλαδή ζώνη ειδικού ενδιαφέροντος παρά την απουσία πειστηρίων. Ωστόσο, βρισκόμουν εκεί για να νιώσω τις αλλαγές της Αθήνας του 21ου αιώνα.

Η Σταδίου εξέβαλλε στα δεξιά μου προς την Ομόνοια. Και από το σημείο όπου βρισκόμουν είχα μια εξαιρετική γωνία θέασης προς το παλιό ξενοδοχείο «Μητρόπολις», χτισμένο περί το 1914, σε σχέδια του Παναγιώτη Ζίζηλα, που εδώ και πολλά χρόνια, μετά την πλήρη ανακατασκευή του, με αποκατάσταση της όψης, στεγάζει καταστήματα. Ηταν όμως ένα παρατηρητήριο το σημείο όπου βρισκόμουν, καθώς δεξιά μου είχα τυλιγμένο σε λινάτσες το επιβλητικό, νεοκλασικό κτίριο που στέγαζε πάλαι ποτέ το ξενοδοχείο «Απόλλων» και μπροστά μου προς την Αιόλου, τον παλιό Λαμπρόπουλο. Με τη φαντασία μου ανέστησα και τον Κατράντζο και τα πολλά καταστήματα νεωτερισμών και υποδημάτων, τα παντοπωλεία, τα ξενοδοχεία, τα καφενεία, τα κουρεία, τα στιλβωτήρια και τους λαϊκούς κινηματογράφους, που σε ακτίνα στους γύρω δρόμους έδιναν ζωή, παλμό και ατμόσφαιρα μοναδική. Σαν να άκουγα και τους λαχειοπώλες…
Η αλήθεια είναι πως έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που τα Χαυτεία και η Σταδίου κάτω από την Κλαυθμώνος είχαν όλο αυτό το χαρμάνι του εμπορίου, του θεάματος, των γεύσεων, των ήχων, του ατελείωτου πηγαινέλα… Ολη αυτή η κληρονομιά όμως υπήρχε καταγεγραμμένη σε ένα γονίδιο της περιοχής, ή τουλάχιστον αυτό με ευχαριστούσε να το πιστεύω και να το προστατεύω. Πολλά αλλάζουν σε αυτό το κομμάτι της Σταδίου και ήδη παρατηρούσα τη νέα τοιχογραφία που έχει ακόμη σκαλωσιές σε έναν τυφλό τοίχο που βλέπει το ατυχές οικόπεδο του Κατράντζου.

Ηταν σαν μια ψευδαισθητική εικόνα, καθώς στο απέναντι πεζοδρόμιο της Σταδίου προς την Εμμανουήλ Μπενάκη έβλεπα τον νέο λευκό πύργο – ξενοδοχείο που αποκαλύφθηκε, στη θέση ενός ανακατασκευασμένου κτιρίου γραφείων της δεκαετίας του ’50, ανάμεσα σε δύο από τα παλιά νεοκλασικά και ευγενή κτίρια της Σταδίου. Και λίγο πιο πάνω, στον αριθμό 50, το υπέρκομψο άλλοτε Μέγαρο Αθηνογένους, κρυμμένο πίσω από λινάτσες και σκαλωσιές, εν αναμονή της αναγέννησής του.
Ενιωθα πως υπάρχει κυοφορία. Παρ’ όλα αυτά, η Σταδίου έμοιαζε ακόμη άψυχη. Ηταν Κυριακή και όλα ήταν κλειστά –λόγω ημέρας–, ακόμη και η νέα Στοά Αρσακείου που κάνει το βλέμμα να ψηλώνει και να θωπεύει τους τρούλους του Τσίλλερ. Το νέο Αρσάκειο, ως δείγμα μιας αστικής περηφάνιας των αρχών του 20ού αιώνα, σκίαζε στο οπτικό μου πεδίο το παλιό Τυπογραφείο, αυτό το τόσο υβριδικό, παλαιότατο και σε διαρκή αμηχανία κτίριο, που τώρα, καθώς έστεκε σιωπηλό μπροστά μου, με οδηγούσε να εστιάσω στην εξώθυρά του. Είναι μια νεωτερική ανακατασκευή αυτή η πόρτα, όπως και η μεσοπολεμική διαρρύθμιση του οθωνικού κτιρίου, που εκτέλεσε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο αρχιτέκτων Φοίβος Ζούκης. Είχε η εξώθυρα αυτή μια αυτοτέλεια, σαν να μην είχε συνάφεια με το υπόλοιπο κτίριο. Εστεκε όμως εκεί μπροστά μου σαν ένα γλυπτικό έργο, με μια δόση αυτάρκειας. Απέναντι έβλεπα άλλο ένα νεοκλασικό κτίριο υπό ανακατασκευή: το Μέγαρο Σούτσου που θα στεγάσει το Θεατρικό Μουσείο.

Θα ήθελα για μια στιγμή έστω να βρισκόμουν ανάμεσα στα πλήθη των πεζών που διέσχιζαν άλλοτε τη Σταδίου στα φανάρια. Να ένιωθα εκείνη την ορμή ζωής που φαινόταν αυτονόητη, φυσική και αναβλύζουσα… Πώς θα είναι αυτό το κομμάτι της Σταδίου σε ένα-δυο χρόνια;