Φόρτωση Text-to-Speech…
Περισσότερα από 23 δισ. ευρώ αγοραστικής δύναμης έχασαν οι ελληνικές καταθέσεις μέσα στην τετραετία 2022-2025, λόγω του υψηλού πληθωρισμού που ροκάνισε τις αποδόσεις των καταθέσεων, καθιστώντας αρνητική ακόμη και την απόδοση των προθεσμιακών. Ειδικά για το 2025 οι απώλειες υπολογίζονται στα 3,9 δισ. ευρώ, καθώς το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο για συνολικές καταθέσεις ύψους 155 δισ. ευρώ ήταν μόλις 0,31%, περιορίζοντας τις εισπράξεις από τόκους κοντά στα 480 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, με τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 2,9%, η πραγματική απόδοση των αποταμιεύσεων ήταν -2,5%, γεγονός που μεταφράζεται σε απώλεια αγοραστικής δύναμης σχεδόν 3,9 δισ. ευρώ μέσα σε ένα χρόνο.
Η χρονιά με τις μεγαλύτερες απώλειες ήταν το 2022, όταν ο πληθωρισμός που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση μετά την επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε εκτιναχθεί στο 9,2%. Για το σύνολο της 4ετίας υπολογίζεται ότι οι αποταμιευτές εισέπραξαν συνολικά περίπου 2 δισ. ευρώ σε τόκους, αλλά λόγω πληθωρισμού η αγοραστική δύναμη των καταθέσεών τους μειώθηκε κατά περίπου 24 δισ. ευρώ. Η τάση αυτή συνεχίζεται και το 2026, καθώς η μέση απόδοση ακόμη και των προθεσμιακών καταθέσεων υπολείπεται άνω του 50% τουλάχιστον του μέσου πληθωρισμού που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις θα κλείσει κοντά στο 3,8%.
Ο υψηλός πληθωρισμός κατέστησε αρνητική ακόμη και την απόδοση των προθεσμιακών καταθέσεων.
Η εικόνα αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία αν συγκριθεί με τις αποδόσεις που κατέγραψαν οι διεθνείς κεφαλαιαγορές το 2025. Ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών ενισχύθηκε κατά 44,3%, ο γερμανικός DAX κατά 23%, ο Euro Stoxx 50 κατά 18%, ο αμερικανικός S&P 500 κατά 16,4% και ο γαλλικός CAC 40 κατά περίπου 14%. Η σύγκριση αυτή δεν σημαίνει ότι οι αποταμιευτές θα πρέπει να στραφούν μαζικά στις μετοχές. Οι τραπεζικές καταθέσεις προσφέρουν ασφάλεια, ρευστότητα και προστασία του κεφαλαίου, ενώ οι επενδύσεις στις αγορές ενέχουν σημαντικό κίνδυνο και οι αποδόσεις τους δεν είναι ούτε σταθερές ούτε εγγυημένες (π.χ., το 2022 η πορεία των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών ήταν επίσης αρνητική). Αλλωστε, οι διαδοχικές γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων ετών –από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή– έχουν αναδείξει πόσο ευμετάβλητες μπορούν να γίνουν οι χρηματιστηριακές αγορές μέσα σε σύντομα χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, η μεγάλη απόκλιση στις αποδόσεις αναδεικνύει το αυξανόμενο κόστος ευκαιρίας για όσους διατηρούν το σύνολο των αποταμιεύσεών τους αποκλειστικά σε καταθέσεις και εξηγεί γιατί η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχειρεί να ενθαρρύνει μια πιο ισορροπημένη κατανομή των αποταμιεύσεων μεταξύ τραπεζικών προϊόντων και επενδύσεων στις κεφαλαιαγορές.
Οπως μάλιστα προκύπτει από πρόσφατη μελέτη της ΕΚΤ, η τάση αυτή δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο. Η ΕΚΤ διαπιστώνει «τη διαρκή ισχυρή προτίμηση των νοικοκυριών για καταθέσεις, παρά τη σημαντική διαφορά στις αποδόσεις μεταξύ των καταθέσεων χαμηλής απόδοσης και των επενδύσεων σε μετοχές υψηλότερης απόδοσης». Σύμφωνα με τη σχετική μελέτη, το 32% των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών της Ευρωζώνης βρίσκεται σε καταθέσεις και μετρητά, ενώ μόλις το 5% είναι τοποθετημένο απευθείας σε εισηγμένες μετοχές. Αν προστεθούν τα αμοιβαία κεφάλαια, τα ασφαλιστικά προϊόντα και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα, περίπου το 38% του χρηματοοικονομικού πλούτου επενδύεται στις αγορές κεφαλαίου. Η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στις κεφαλαιαγορές θα μπορούσε να αυξήσει τις αποδόσεις των αποταμιεύσεων και ταυτόχρονα να διευρύνει τις πηγές χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και για αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη δημιουργία της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union). Στη σχετική μελέτη η Ελλάδα ξεχωρίζει λόγω του χαμηλού συντελεστή (15%) στη φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών, έναν από τους χαμηλότερους στην Ε.Ε., χωρίς ωστόσο αυτό να είναι αρκετό για να ενισχύσει καθοριστικά την επενδυτική κουλτούρα.
Η καθιέρωση λογαριασμών ταμιευτηρίου και επενδύσεων (SIA) είναι ένας τρόπος για την ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών και την αύξηση της συμμετοχής των απλών νοικοκυριών στις αγορές αυτές. Τα SIA είναι απλοποιημένες, φιλικές προς τον χρήστη επενδυτικές πλατφόρμες ή προϊόντα που εισάγονται στο πλαίσιο κυβερνητικών προγραμμάτων και παρέχονται από ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, επιτρέποντας στα άτομα να επενδύουν σε χρηματοοικονομικά μέσα όπως μετοχές, ομόλογα και επενδυτικά κεφάλαια. Μάλιστα, συχνά συνοδεύονται και από φορολογικά πλεονεκτήματα.
Στην Ελλάδα η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη. Η Τράπεζα της Ελλάδος, αξιοποιώντας τα στοιχεία των Distributional Wealth Accounts της ΕΚΤ, εκτιμά ότι τα οικιστικά ακίνητα αντιστοιχούν περίπου στο 59% του συνολικού ενεργητικού των νοικοκυριών. Δηλαδή, ο πλούτος των Ελλήνων παραμένει συγκεντρωμένος κυρίως στην κατοικία, ενώ από το χρηματοοικονομικό σκέλος κυριαρχούν οι τραπεζικές καταθέσεις. Εκτός από την άμεση ρευστότητα και το χαμηλό ρίσκο, οι καταθέσεις προσφέρουν και προστασία έως 100.000 ευρώ ανά καταθέτη μέσω του συστήματος εγγύησης καταθέσεων. Το τίμημα όμως της ασφάλειας έγινε ιδιαίτερα εμφανές την τελευταία τετραετία.