Ο Παναθηναϊκός έδειξε τάσεις αυτοκαταστροφής

Δεν έχει βγει τυχαία το ποδοσφαιρικό απόφθεγμα που λέει ότι «όλα κρίνονται στα 90 λεπτά»: δεν έχει σημασία πώς έχεις παίξει για 70 ή για 80 λεπτά, σημασία έχει ότι μέχρι το τελευταίο σφύριγμα του αγώνα, όλα γίνονται και «όλα επιτρέπονται». Ειδικά όταν η ομάδα που κουμαντάρει το ρυθμό, που ελέγχει την κατάσταση και κυριαρχεί στο γήπεδο, αποφασίζει να κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό από ένα σημείο και μετά – όχι απλά να δώσει κάποια μέτρα στον αντίπαλο και να προσπαθήσει να τον χτυπήσει στην κόντρα όταν εκείνος ανοιχτεί, αλλά να αλλάξει εντελώς τη φιλοσοφία της, να αμυνθεί άναρχα και παράλληλα να σταματήσει να απειλεί.

Ο Παναθηναϊκός τα έκανε όλα καλούτσικα στο πρώτο ημίχρονο, τα έκανε όλα πολύ καλά στο ξεκίνημα της επανάληψης και περίπου από το 70’ και μετά, τα έκανε όλα λάθος. Και σε αυτό το τελευταίο διάστημα του παιχνιδιού, παρότι είδε τη Χράντετς να βγάζει φάσεις, να έχει δοκάρι, να τον απειλεί, να βρίσκει διαδρόμους προς την περιοχή του, όχι απλά δεν μπόρεσε να βρει αντίδοτο, να παγώσει το ρυθμό, να κρατήσει τη μπάλα και να απασχολήσει την αντίπαλη άμυνα, αλλά «κατάφερε» (διότι είναι ένα μίνι – κατόρθωμα) να δεχτεί δυο γκολ, να μην κερδίσει για τρίτο συνεχόμενο εντός έδρας ματς και να αναζητεί ξανά πρόκριση εκτός έδρας.

Η μεσαία του γραμμή εξακολουθεί να τον «πληγώνει»

Ο Παναθηναϊκός περιμένει τον Κάνγκουα, που έχει αποκτηθεί ήδη αλλά δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής στα προκριματικά και περιμένει κι ένα «οκτάρι» από το πάνω ράφι να ομορφύνουν το παιχνίδι του – αλλά μέχρι να συμβούν αυτά, πρέπει να πάρει την πρόκριση στην League Phase του Conference με αυτούς που έχει. Και οι οποίοι, δεν δείχνουν να μπορούν να σηκώσουν το βάρος της ευθύνης που έχει ο νευραλγικός χώρος του κέντρου. Ο Νίστρουπ δοκιμάζει εκεί συνήθως τον Τσιριβέγια και μερικές φορές τον Τσέριν σαν «οκτάρι», αλλά επιμένει και στα 5 ματς που έχει παίξει στον Καμαρά, ο οποίος δείχνει χτυπητές αδυναμίες στα πράγματα που καλείται να κάνει: είναι αρκετά soft, δεν πηγαίνει με δύναμη στις μονομαχίες, κάνει σοβαρά λάθη και οι πάσες του συνήθως είναι προς τα πίσω και σπάνια προς τα μπροστά. Στο πρώτο ημίχρονο με τη Χράντετς, τα δυο σοβαρά του λάθη, έδωσαν στους Τσέχους τις δυο καλύτερες στιγμές τους, στο τέλος του αγώνα το δικό του φάουλ έφερε τελικά το γκολ της ισοφάρισης, φάουλ που θα μπορούσε να αποφύγει καθώς υπήρχαν συμπαίκτες του που θα μπορούσαν να κόψουν την εφόρμηση του αντιπάλου.

Ο Καμαρά είμαι σίγουρος ότι είναι καλός παίκτης – ο Παναθηναϊκός τον «κυνήγησε» σε δυο συνεχόμενες μεταγραφικές περιόδους. Όσο περνάει ο καιρός, μπορεί να γίνεται ολοένα και καλύτερος, μακάρι να γίνει ο «νέος Βιεϊρά» ή ο «επόμενος Μακελελέ». Μοιάζει όμως παίκτης ψυχολογίας, όπου αν δεν του πάει το ματς από την αρχή κι αν υποπέσει σε κάποιο σοβαρό λάθος, κλονίζεται και δεν δείχνει να συνέρχεται. Μέχρι να δούμε αν μπορεί να γίνει «ο νέος Βιεϊρά», ο Καμαρά κινδυνεύει να γίνει «ο νέος Πλεσί» – κι αυτό σημαίνει ότι ίσως πρέπει να προστατευτεί και ο ίδιος και η ομάδα, να παίξει κάποιος που μπορεί να κάνει τουλάχιστον τα βασικά (ο Κοντούρης ή όποιος άλλος κρίνει ο προπονητής), ώστε ούτε να «καεί» ο Καμαρά, ούτε να «κάψει» την ομάδα.

Η εξάρτηση από τον Λιβάι παραλίγο να στοιχίσει

Oπως ακριβώς πέρυσι τον Γενάρη, όταν αποκτήθηκε ο Τεττέη, ο Παναθηναϊκός έδειξε να στήνει όλο του το επιθετικό παιχνίδι γύρω από τον Ελληνα επιθετικό, κάπως έτσι πήγε να γίνει με τον Λιβάι: τόσο στο παιχνίδι της Βουλγαρίας, όσο και στο πρώτο ημίχρονο με τη Χράντετς, ο Λιβάι ήταν ο αποκλειστικός αποδέκτης κάθε πάσας και προσπάθειας των συμπαικτών του. Σε τέτοιο σημείο, όπου η αντίπαλη άμυνα προσαρμόστηκε πάνω του, γνωρίζοντας καλά ποιον έψαχναν οι παίκτες του Παναθηναϊκού.

Οταν στην επανάληψη ο Παναθηναϊκός «απαγκιστρώθηκε» από τον Λιβάι και «σημάδεψε» (και) τον Τεττέη, η ομάδα έγινε λιγότερο προβλέψιμη, ο Τεττέη πήρε πρωτοβουλίες και έβαλε δυο γκολ, που στο σημείο εκείνο έμοιαζαν υπερ-αρκετά, μέχρι να έρθει η σκληρή πραγματικότητα και το τελικό 2-2. Αλλά όταν ο Νίστρουπ αποφάσισε να βγάλει τον Λιβάι και στη συνέχεια αναγκάστηκε να βγάλει και τον Τεττέη, έπεσε στην παγίδα αυτού που είχε φτιάξει στο μυαλό του: να συνεχίσει να παίζει με 4-4-2, ώστε να έχει δυο επιθετικούς που να απασχολούν την αντίπαλη άμυνα, να μην τους επιτρέψει να ανεβούν ψηλά και ενδεχομένως να ψάξει η ομάδα του και τρίτο γκολ.

Πρέπει να ήταν αυτό το πρώτο ματς από τα πέντε που έχει δώσει ως τώρα ο Παναθηναϊκός, όπου οι αλλαγές του Νίστρουπ δεν βοήθησαν την ομάδα του. Κι αυτό διότι ο Ντέσερς με τον Ραστόντερ, είναι δυο επιθετικοί που δεν είναι «συμβατοί» και δεν «κουμπώνουν» ο ένας με τον άλλον: είναι αμφότεροι φορ περιοχής, κινούνται περίπου στους ίδιους χώρους, κανείς τους δεν μπορεί να τραβηχτεί στα άκρα και να παραστήσει το εξτρέμ και κανείς τους επίσης δεν μπορεί να δημιουργήσει για τον άλλον – πράγματα που κάνουν πολύ καλύτερα ο Τεττέη με τον Λιβάι. Το αποτέλεσμα ήταν να μην κάνει ο Παναθηναϊκός καμία φάση με τους επιθετικούς του από το 70’ και μετά, να μην απασχολήσουν την αντίπαλη άμυνα και να οπισθοχωρήσουν κι αυτοί – όπως και όλη η ομάδα – σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσουν το υπέρ τους σκορ.

Ο Παναθηναϊκός πάει για ακόμα μια δύσκολη και απαιτητική ρεβάνς, όπου ξανά κυνηγάει νίκη για να προκριθεί. Εχει κάνει διπλά και στα δυο προηγούμενα ματς, έχει την ποιότητα, έχει το ρόστερ, έχει το πλάνο για να το κάνει. Αλλά έδωσε δικαιώματα στους Τσέχους να πιστεύουν ότι μπορούν να τον αποκλείσουν και να πάρουν εκείνοι το ευρωπαϊκό εισιτήριο – και αυτό τους κάνει ιδιαίτερα επικίνδυνους.