Φόρτωση Text-to-Speech…
Συνεχώς στον αγώνα και στην αγωνία ο Οδυσσέας. Σε στεριά και θάλασσα. Αρματωμένος με σπαθί, με τόξο ή με το κοφτερό μυαλό του και τον λόγο του. Οντας ευνοημένος του Ομήρου και προστατευόμενος της Αθηνάς, πάντα βρίσκει τον τρόπο για να νικήσει ή να σωθεί. Την πιο απροσδόκητη νίκη του μάλιστα, σε μουσικό αγώνα, τη μνημονεύει ο παραδοξογράφος Πτολεμαίος Χέννος: «Ως Οδυσσεύς εν Τυρρηνία ηγωνίσατο αυλητικήν και ενίκησεν. Ηύλησε δε Ιλίου άλωσιν, Δημοδόκου ποίημα». Ο Οδυσσέας, δηλαδή, αγωνίστηκε στην Τυρρηνία στην τέχνη του αυλού και νίκησε. Επαιξε με τον αυλό του ένα ποίημα του Δημόδοκου, την «Αλωση του Ιλίου».
Και ο Αίας ο Τελαμώνιος, ωστόσο, τιμάται με τον κορυφαίο έπαινο από τον ποιητή των επών. Στη Νέκυια, ο Σαλαμίνιος ήρωας ιστορείται ως ο άριστος στην όψη και στο παράστημα, με μόνο τον Αχιλλέα ανώτερό του: «Αίαντος θ’ ος άριστος έην είδός τε δέμας τε /των άλλων Δαναών μετ’ αμύμονα Πηλείωνα». Στις «Σπονδές», τη ραψωδία ω της «Οδύσσειας», ο έπαινος επαναλαμβάνεται κατά γράμμα. Εδώ οι ψυχές των μνηστήρων κατεβαίνουν στον Κάτω Κόσμο, σε «λειμώνα ασφοδελόν», όπου ακούνε την ψυχή του Αγαμέμνονα να περιγράφει στην ψυχή του Αχιλλέα όσα έγιναν μετά τον σκοτωμό του από τον Πάρη, που είχε σημαδέψει με το τόξο του την τρωτή φτέρνα του ηγεμόνα των Μυρμιδόνων.
Οι κρίσιμοι στίχοι μεταφρασμένοι από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2006): «Επεσαν τότε γύρω σου πολλοί, των Τρώων και των Αχαιών οι άριστοι, / για χάρη σου· κι εσύ να κείτεσαι, μέσα στη σκόνη που στροβίλιζε, / φαρδύς πλατύς, έχοντας πια ξεχάσει την ιππική σου τέχνη. / Μια μέρα ολόκληρη εμείς αγωνιζόμασταν για σένα, / κι ο πόλεμός μας δεν θα σταματούσε, αν μ’ ανεμοζάλη ο Δίας / δεν όριζε το τέλος του».
Στην «Εφημερίδα του Τρωικού πολέμου», πάντως, ο Δίκτης ο Κρης, που αυτομυθογραφείται ως σύντροφος του Ιδομενέα στον Τρωικό πόλεμο, μνημονεύει τον Αίαντα ως πρωταγωνιστή της συμπλοκής αυτής. Στη μετάφραση του Γιώργη Γιατρομανωλάκη (Αγρα, 1996): «Δεν άργησαν να παραταχθούν όλες οι δυνάμεις και σύντομα η μάχη άναψε ανάμεσα στους δυο στρατούς. Τότε ο Αίαντας παρέδωσε το πτώμα του Αχιλλέα στους ακόλουθούς του και όρμησε και σκότωσε αυτόν που βρήκε μπροστά του, τον Ασιο, τον […] αδελφό της Εκάβης. Υστερα χτύπησε και σκότωσε πάμπολλους άλλους».
«Γύρω από το άψυχο σώμα» του Αχιλλέα, ιστορεί ο Ι. Θ. Κακριδής στην «Ελληνική Μυθολογία» (Εκδοτική Αθηνών, 1987), «συγκεντρώνονται τώρα διεκδικώντας το οι πιο γενναίοι Αχαιοί και Τρώες, και ο πόλεμος που ανοίγει είναι φοβερός. Των Αχαιών κύριος πρόμαχος είναι ο μεγάλος Αίας, των Τρώων ο Αινείας. Στο μεταξύ ο Λύκιος Γλαύκος έχει δέσει με λουριά το πτώμα από το πόδι, για να το σύρει μέσα στην Τροία· προλαβαίνει όμως ο Αίας και τον ρίχνει νεκρό με το κοντάρι του και έπειτα του παίρνει τα όπλα. Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, μπαίνει στη μέση ο Δίας και στέλνοντας στον τρωικό κάμπο μιαν ανεμοζάλη χωρίζει για λίγο τους δύο στρατούς. Ετσι προφταίνει ο Αίας, φορτώνεται τον Αχιλλέα και τον μεταφέρει, μέσα από τις κονταριές των Τρώων, μακριά από τον ορυμαγδό της μάχης, στο αχαϊκό στρατόπεδο, ενώ ο Οδυσσέας με αγώνα μεγάλο τού σκεπάζει την υποχώρηση».
Η αρχαιότητα μας έχει παραδώσει ποικίλες εκδοχές για τον τρόπο με τον οποίο τα τιμημένα όπλα του Αχιλλέα πέρασαν στον Οδυσσέα. Στο λ της «Οδύσσειας» η «κεχολωμένη» ψυχή του Αίαντα, μόνη αυτή, αρνείται να μιλήσει στον Οδυσσέα.
Μέρες δεκαεπτά μοιρολογούσαν τον Αχιλλέα άνθρωποι και θεοί. Τη 18η παρέδωσαν το σώμα του στη φλόγα και (ο Δίκτης πάλι) «ετέλεσαν τα νόμιμα της ταφής, με τη φροντίδα κυρίως του Αίαντα που παρέμεινε τρεις μέρες συνεχώς άγρυπνος και δεν απόστασε καθόλου ώσπου να συγκεντρωθούν όλα τα λείψανα». Η Θέτιδα, η τσακισμένη μάνα, ζήτησε από τους θεούς «περικαλλέ’ άεθλα» «έπαθλα περικαλλή», και τα έθεσε στη μέση, για να τα διεκδικήσουν οι άριστοι των Αχαιών. «Μόλις τελείωσαν οι αγώνες γύρω από τον τύμβο του Αχιλλέα και του Πατρόκλου», συνεχίζει ο Κακριδής, «η Θέτιδα ορίζει νέο αγώνα, διαφορετικό κάπως: Προσφέρει την πανοπλία τού γιου της, να την πάρει ο άριστος από τους Αχαιούς, όποιος κατά κοινή ομολογία είχε προσφέρει τις μεγαλύτερες υπηρεσίες μέσα στα χρόνια του πολέμου. Δύο μόνο ήρωες του πολέμου τολμούν να προβάλουν τον εαυτό τους ως τον καλύτερο και να διεκδικήσουν το αριστείο, ο Αίας και ο Οδυσσέας· ο πρώτος, γιατί ήταν ο πιο δυνατός και ο πιο ψυχωμένος από όλους, τώρα που είχε πεθάνει ο Αχιλλέας· ο δεύτερος, γιατί με την παλικαριά του, προπαντός όμως με την εξυπνάδα του, είχε σώσει το στράτευμα κάθε φορά που βρέθηκε μπροστά σε κινδύνους μεγάλους».
Πρόκειται για την περίφημη «κρίση των όπλων», σκηνές της οποίας παριστάνονται σε ερυθρόλευκη κύλικα του 490 π.Χ. (αγγειογράφος ο Δούρις, αγγειοπλάστης ο Πύθων). Στην πρόσθια όψη της ο Αίας και ο Οδυσσέας, που ήδη έχει συγκεντρώσει πολλές ψήφους, φιλονικούν αγριεμένοι. Ανάμεσά τους ο Αγαμέμνονας προσπαθεί να τους συνεφέρει, ενώ άλλοι συμπολεμιστές τους τούς κρατούν τα χέρια, για να μην τραβήξουν το σπαθί τους. Μπροστά τους, στο χώμα, τα όπλα του Αχιλλέα. Στην οπίσθια όψη του αγγείου απεικονίζεται η ψηφοφορία των Αχαιών. Η Αθηνά δείχνει τον ευνοούμενό της με το βλέμμα και το δεξί της χέρι. Ο Πρόκλος συνοψίζει ως εξής το επεισόδιο στη «Χρηστομάθεια»: «Η των όπλων κρίσις γίνεται και Οδυσσεύς κατά βούλησιν Αθηνάς λαμβάνει, Αίας δ’ εμμανής γενόμενος την τε λείαν των Αχαιών λυμαίνεται και εαυτόν αναιρεί». Μανιασμένος ο Σαλαμίνιος από την αδικία, κατέσφαξε τα κοπάδια των Αχαιών κι έπειτα αυτοκτόνησε.
Κι ωστόσο, η αρχαιότητα μας έχει παραδώσει ποικίλες εκδοχές για τον τρόπο με τον οποίο τα τιμημένα όπλα του Αχιλλέα πέρασαν στον Οδυσσέα. Στο λ της «Οδύσσειας» η «κεχολωμένη» ψυχή του Αίαντα, μόνη αυτή, αρνείται να μιλήσει στον Οδυσσέα. Στη μετάφραση του Μαρωνίτη: «Μόνο η ψυχή του Τελαμώνιου Αίαντα κρατούσε / απόσταση, βαριά οργισμένη ακόμη με τη νίκη μου, / τη νίκη που εγώ τη νίκησα, όταν η δίκη εκείνη έγινε στα πλοία, / το ποιος θα πάρει τα όπλα του Αχιλλέα – την όρισε η σεμνή του μάνα, / των Τρώων θυγατέρες κι η Αθηνά Παλλάδα».
Ο αρχαίος Σχολιαστής, γράφοντας για τον στίχο λ 547 («παίδες δε Τρώων δίκασαν και Παλλάς Αθήνη»), δεν αναφέρει την εμπλοκή Τρωαδιτισσών μαρτύρων-κριτών αλλά Τρώων. Ο Αγαμέμνονας, λέει, αναποφάσιστος για το ποιον να ανακηρύξει νικητή, «αιχμαλώτους των Τρώων αγαγών ηρώτησεν υπό οποτέρου των ηρώων μάλλον ελυπήθησαν». Σύναξε δηλαδή Τρώες αιχμαλώτους και τους ρώτησε ποιος ήρωας τους πίκρανε πιο βαριά στις μάχες. Κι εκείνοι κατονόμασαν τον Οδυσσέα: «Ειπόντων δε τον Οδυσσέα των αιχμαλώτων, δηλαδή εκείνον είναι τον άριστον κρίναντες τον πλείστα λυπήσαντα τους εχθρούς, έδωκεν ευθύς τω Οδυσσεί τα όπλα».
Για την κρίση των όπλων όμως, αν ήταν δίκαιη ή άδικη, έχουμε στη φιλολογική κληρονομιά μας αρκετές ακόμα πληροφορίες ή εκδοχές, από τον Σοφοκλή βέβαια και τον «Αίαντά» του, αλλά και από τον Πίνδαρο, από Σχολιαστή των «Ιππέων» του Αριστοφάνη, από τον Οβίδιο και τις «Μεταμορφώσεις» του, καθώς και από επιγραμματογράφους της «Παλατινής Ανθολογίας», υπερασπιστές της μνήμης του Αίαντα στην πλειονότητά τους. Οπότε, ραντεβού τον Σεπτέμβριο.