Ο Αντι Μπέρναμ ανέλαβε αυτή την εβδομάδα έβδομος πρωθυπουργός της Βρετανίας μέσα σε μόλις δέκα χρόνια, ωστόσο το βλέμμα των επενδυτών στρέφεται ήδη στον Τζον Χίλι, τον νέο υπουργό Οικονομικών και ουσιαστικά δεύτερο ισχυρότερο άνθρωπο της κυβέρνησης.
Η αποστολή του, κάθε άλλο παρά εύκολη είναι. Από τη μια πλευρά καλείται να εξασφαλίσει τους πόρους για την περισσότερο κοινωνική και δυνητικά πιο δαπανηρή πολιτική ατζέντα του Μπέρναμ. Από την άλλη, πρέπει να πείσει τις αγορές ότι η νέα κυβέρνηση δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Η άνοδος του Μπέρναμ στην ηγεσία είχε ήδη προκαλέσει έντονη μεταβλητότητα στα βρετανικά ομόλογα, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι η αποχώρηση των Κιρ Στάρμερ και Ρέιτσελ Ριβς μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για περισσότερες δημόσιες δαπάνες και υψηλότερο δανεισμό.
Κατάργηση ΦΠΑ στους λογαριασμούς ρεύματος
Το πρώτο δείγμα γραφής της νέας κυβέρνησης ήρθε με την κατάργηση του ΦΠΑ 5% στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών από τον Οκτώβριο.
Το μέτρο αναμένεται να κοστίσει 850 εκατ. στερλίνες κατά το οικονομικό έτος 2026-2027. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα χρηματοδοτηθεί μέσω της ακύρωσης του προγράμματος ψηφιακής ταυτότητας της προηγούμενης κυβέρνησης, το κόστος του οποίου υπολογιζόταν σε 1,8 δισ. στερλίνες σε ορίζοντα τριετίας.
Τα «αγκάθια»
Ο Μπέρναμ έχει δεσμευθεί ότι θα αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, μεταξύ των οποίων η κοινωνική φροντίδα, η στεγαστική κρίση και η πίεση που εξακολουθεί να ασκεί η ακρίβεια στα νοικοκυριά. Παράλληλα, δηλώνει ότι θα ακολουθήσει φιλοεπιχειρηματική πολιτική, μια ισορροπία που μένει να αποδειχθεί στην πράξη.
Τα περιθώρια κινήσεων είναι στενά. Παρά τη μείωση του καθαρού δανεισμού του δημοσίου τομέα κατά περίπου ένα τρίτο τον Ιούνιο σε ετήσια βάση, το βρετανικό δημόσιο χρέος παραμένει κοντά στο 95% του ΑΕΠ.
Επιπλέον, ο δανεισμός στο τρίμηνο Απριλίου – Ιουνίου ήταν ο δέκατος υψηλότερος για την αντίστοιχη περίοδο από τότε που άρχισαν να τηρούνται τα σχετικά στοιχεία, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Η Ρέιτσελ Ριβς είχε θέσει στο επίκεντρο της πολιτικής της τους δημοσιονομικούς κανόνες, επιχειρώντας να συγκρατήσει τις δαπάνες και τον δανεισμό. Ωστόσο, η προηγούμενη κυβέρνηση δέχθηκε σφοδρή κριτική τόσο για την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης όσο και για την υποχώρησή της στις μεταρρυθμίσεις του συστήματος κοινωνικών παροχών.
Φάκελος «άμυνα»
Στο ήδη βαρύ δημοσιονομικό παζλ προστίθενται τώρα και οι αμυντικές δαπάνες. Ο Χίλι είχε παραιτηθεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα από τη θέση του υπουργού Αμυνας, κατηγορώντας την κυβέρνηση Στάρμερ ότι δεν ήταν διατεθειμένη να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους για την άμυνα της χώρας. Η επιλογή του ως υπουργού Οικονομικών δείχνει ότι η ενίσχυση της άμυνας θα αποτελέσει βασική προτεραιότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον προϋπολογισμό.
Η «υποδοχή» των αγορών
Οι πρώτες επιλογές του Μπέρναμ φαίνεται ότι περιόρισαν προσωρινά τις ανησυχίες. Οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων υποχώρησαν την Τρίτη σε όλες τις διάρκειες, ένδειξη ότι οι αγορές υποδέχθηκαν θετικά τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης.
Η εικόνα, ωστόσο, παραμένει εύθραυστη. Μέσα στον τελευταίο μήνα η απόδοση του δεκαετούς βρετανικού ομολόγου έχει αυξηθεί κατά περίπου 19 μονάδες βάσης και εκείνη του τριακονταετούς κατά 21 μονάδες βάσης. Μέρος της ανόδου αποδίδεται στις διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, όμως το κόστος δανεισμού της Βρετανίας εξακολουθεί να κινείται αισθητά υψηλότερα από εκείνο των περισσότερων χωρών του G7.
Ο Τζορτζ Γκόντμπερ, διαχειριστής του Polar Capital UK Value Opportunities Fund, εκτίμησε μιλώντας στο CNBC ότι σημαντικό μέρος της πρόσφατης αναταραχής συνδέεται με την άνοδο του Μπέρναμ.
Κατά τον ίδιο, η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων μεταφράζεται ήδη σε περίπου 80 στερλίνες πρόσθετου κόστους για ένα μέσο στεγαστικό δάνειο, περιορίζοντας στην πράξη το όφελος που θα έχουν τα νοικοκυριά από τη μείωση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος.
Η βασική ανησυχία των επενδυτών είναι ότι μια κυβέρνηση τοποθετημένη αριστερότερα από εκείνη του Στάρμερ θα οδηγήσει σε υψηλότερους φόρους, ασθενέστερη ανάπτυξη και μεγαλύτερη πίεση στους κλάδους που είναι ευαίσθητοι στα επιτόκια.