Ο πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του Σίλια Φλόρες αναμένεται να εμφανιστούν εκ νέου ενώπιον αμερικανικού δικαστηρίου σήμερα, Τετάρτη.
Κατά την ακρόαση, αναμένεται να καθοριστεί το χρονοδιάγραμμα της υπόθεσης διακίνησης ναρκωτικών, όπου είναι κατηγορούμενοι. Η δίκη ενδέχεται να ξεκινήσει τον Ιούνιο του 2027.
Η διαδικασία θα διεξαχθεί ενώπιον του δικαστή Αλβιν Χέλερσταϊν στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν και αναμένεται να δώσει μία πρώτη εικόνα για τα επόμενα βήματα σε μία από τις σημαντικότερες ποινικές υποθέσεις των τελευταίων ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύλληψη με εντολή Τραμπ
Ο Μαδούρο και η Φλόρες συνελήφθησαν στις 3 Ιανουαρίου κατά τη διάρκεια νυχτερινής επιχείρησης των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων στην αυστηρά φυλασσόμενη κατοικία τους στο Καράκας, κατόπιν εντολής του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου αντιμετωπίζουν κατηγορίες σύμφωνα με τις οποίες, εκμεταλλευόμενοι την ηγετική τους θέση στην πετρελαιοπαραγωγό χώρα της Νότιας Αμερικής, διευκόλυναν τη διακίνηση φορτίων κοκαΐνης. Και οι δύο έχουν δηλώσει αθώοι, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει οριστεί ημερομηνία έναρξης της δίκης.
Σύμφωνα με κοινό δικόγραφο που κατατέθηκε χθες, Τρίτη, το βράδυ, οι εισαγγελικές αρχές του Μανχάταν και οι συνήγοροι υπεράσπισης συμφώνησαν πρότειναν έναρξη της δίκης τον Ιούνιο του 2027. Την τελική απόφαση θα λάβει ο δικαστής, ενώ και οι δύο πλευρές διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν τροποποίηση του χρονοδιαγράμματος.
Επίκληση ασυλίας
Στο ίδιο δικόγραφο αναφέρεται ότιμέχρι τις 2 Σεπτεμβρίου η υπεράσπιση θα πρέπει να καταθέσει τις πρώτες προδικαστικές ενστάσεις. Αναμένεται επίσης αίτημα απόρριψης της υπόθεσης με το επιχείρημα ότι ο Μαδούρο απολαμβάνει ασυλία ως αρχηγός κυρίαρχου κράτους.
Κατά την πρώτη του εμφάνιση στο δικαστήριο, στις 5 Ιανουαρίου, ο συνήγορός του, Μπάρι Πόλακ, είχε επίσης αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της σύλληψης και μεταφοράς του στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο σοσιαλιστής ηγέτης, ο οποίος κυβέρνησε τη Βενεζουέλα από το 2013 έως τη σύλληψή του, χαρακτήρισε τον εαυτό του «αιχμάλωτο πολέμου» κατά την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του δικαστηρίου. Εδώ και χρόνια κατηγορεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι επιδίωκαν την ανατροπή του προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας.
Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν τον Μαδούρο διεφθαρμένο δικτάτορα, τον οποίο κατηγορούν ότι οδήγησε τη χώρα σε οικονομική κατάρρευση μέσω κακοδιαχείρισης. Ισχυρίζονται ακόμη ότι νοθεύτηκαν οι προεδρικές εκλογές του 2018 και του 2024. Η Ουάσιγκτον έπαψε να τον αναγνωρίζει ως νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας ήδη από το 2019.
Λίγο πριν από την επιχείρηση σύλληψης, η Υπηρεσία Νομικών Συμβούλων του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης είχε γνωμοδοτήσει ότι ο πρόεδρος Τραμπ μπορούσε νόμιμα να διατάξει μονομερώς τη διεξαγωγή της, κρίνοντας ότι εξυπηρετούσε σημαντικό εθνικό συμφέρον και δεν συνιστούσε πολεμική ενέργεια που θα απαιτούσε έγκριση του Κογκρέσου.
Με βάση τη συμφωνία των δύο πλευρών, ο Μαδούρο θα μπορεί να καταθέσει και δεύτερο γύρο προδικαστικών αιτημάτων έως τις 11 Ιανουαρίου 2027, αφού προηγουμένως η εισαγγελία παραδώσει στην υπεράσπιση τυχόν διαβαθμισμένο αποδεικτικό υλικό.
Βελτίωση των σχέσεων Ουάσιγκτον – Καράκας
Η τελευταία εμφάνιση του Μαδούρο στο δικαστήριο πραγματοποιήθηκε στις 26 Μαρτίου, όταν εξετάστηκε η απαγόρευση της αμερικανικής κυβέρνησης να καλύψει το κράτος της Βενεζουέλας τα δικαστικά του έξοδα. Η διαφορά επιλύθηκε έναν μήνα αργότερα, όταν οι ΗΠΑ τροποποίησαν τις οικονομικές κυρώσεις, επιτρέποντας στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας να χρηματοδοτήσει την υπεράσπισή του.
Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, τη διακυβέρνηση της χώρας έχει αναλάβει η τέως αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία έχει επιδιώξει στενότερες σχέσεις με την κυβέρνηση Τραμπ.
Στο μεταξύ, η Ουάσιγκτον έχει χαλαρώσει μέρος των κυρώσεων στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας, ενώ ξένες εταιρείες έχουν επεκτείνει τις επενδύσεις τους σε έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Παράλληλα, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις παρείχαν ανθρωπιστική βοήθεια μετά τους δύο ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν τις ακτές της Βενεζουέλας τον περασμένο μήνα και προκάλεσαν τον θάνατο 5.000 ανθρώπων.
Πηγή: Reuters