Φόρτωση Text-to-Speech…
Για την τελευταία ΔΕΘ πριν από τις εκλογές η κυβέρνηση θα ήθελε να φτάσει στη Θεσσαλονίκη με ένα πακέτο που δεν θα περιορίζεται στην άμυνα απέναντι στην ακρίβεια, αλλά θα αφήνει στους πολίτες μια πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Μόνο που λίγες εβδομάδες πριν από τις ανακοινώσεις, ο λογαριασμός μεγαλώνει αντί να μικραίνει.
Στο ήδη επιβαρυμένο σκηνικό των τελευταίων μηνών, ήρθε να προστεθεί η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου σε επίπεδα που έχουμε να δούμε από τον Ιανουάριο του 2023 (66 ευρώ/MWh). Χωρίς τις ΑΠΕ η κατάσταση θα είχε ήδη ξεφύγει στο ρεύμα, όπως συμβαίνει εδώ και αρκετές εβδομάδες σε άλλες χώρες. Για όσους θυμούνται, τον Ιανουάριο του 2023 βρισκόταν ακόμη σε εφαρμογή ο ανακουφιστικός για τα νοικοκυριά μηχανισμός που έπαιρνε τα υπερέσοδα από την παραγωγή και τα μετέφερε στη λιανική του ρεύματος, συγκρατώντας τις τιμές κάτω από 15 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Δεν ξέρω αν αυτό είχε χθες στο μυαλό του ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κ. Χατζηδάκης όταν τόνισε ότι έρχονται ευχάριστα νέα στο ηλεκτρικό ρεύμα από τον Σεπτέμβριο.
Ούτως ή άλλως ο ενεργειακός πονοκέφαλος είναι τεράστιος για την κυβέρνηση, καθώς οι τιμές τόσο του ντίζελ όσο και της αμόλυβδης, παρά την εθελούσια επιδότηση των διυλιστηρίων και την ενίσχυση της κυβέρνησης, κινούνται σταθερά πάνω από 2 ευρώ. Με τάσεις, μάλιστα, αυξητικές. Και με αυτά τα επίπεδα τιμών, συγκράτηση πληθωρισμού σε μια οικονομία απολύτως εξαρτημένη από το μεταφορικό κόστος, όσες λίστες φθηνότερων προϊόντων και να φέρεις, δύσκολα μπορείς να πετύχεις.
Αν βάλουμε από κοντά το αυξημένο κόστος στέγασης, το οποίο επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από την άνοδο των επιτοκίων του ευρώ (επιβαρύνονται τα στεγαστικά δάνεια), καθώς μπορεί να μας διαφεύγει, αλλά παράλληλα με την ενεργειακή κρίση, βρίσκεται σε εξέλιξη και μια παγκόσμια κρίση ομολόγων. Κρίση χρέους τη λέγαμε παλαιότερα. Για το ελληνικό κρατικό χρέος η επίπτωση από την αύξηση του κόστους δανεισμού είναι σχεδόν ανύπαρκτη, απλά γιατί οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της είναι πολύ μικρές για τα επόμενα χρόνια. Τα υψηλότερα, ωστόσο, επιτόκια περνούν στην πραγματική οικονομία. Εκτός των στεγαστικών δανείων, επιβαρύνουν τα επιχειρηματικά δάνεια, τις νέες επενδύσεις, το κόστος χρηματοδότησης τραπεζών και εταιρειών και όλα αυτά περνούν με τη σειρά τους στην κατανάλωση.
Τη στιγμή που συνυπάρχουν τόσα μαζεμένα προβλήματα που «τρώνε» από το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, η κυβέρνηση αναζητεί τρόπους ώστε με τα μέτρα της ΔΕΘ όχι απλώς να αναπληρωθούν οι απώλειες, αλλά, αν είναι δυνατόν, να ενισχυθούν οι πολίτες. Και αυτό φαίνεται ότι είναι για την ώρα το πιο σημαντικό πρόβλημα στη σύνταξή τους…