Ο Καβάφης σ έναν παλαιό τόμο του Εθνικού Κήρυκος

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με τους πρώτους στίχους ενός από τα αγαπημένα μου ποιήματα του Καβάφη, «Σ’ ένα βιβλίο παληό»: «Σ’ ένα βιβλίο παληό –περίπου εκατό ετών–/ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,/ηύρα μιαν υδατογραφία άνευ υπογραφής…».

Οι στίχοι αυτοί, αληθινή ονειροπόληση βιβλιόφιλου, αποτυπώνουν τη δική μου πρόσφατη εμπειρία, καθώς ξεφύλλιζα έναν παλιό, σπάνιο τόμο του «Εθνικού Κήρυκος». Πρόκειται για τον αναμνηστικό τόμο του Απριλίου 1925 με τίτλο «Δεκαετηρίς Εθνικού Κήρυκος», που εκδόθηκε «επί τη δεκαετεί σταδιοδρομία». Ο τόμος διεκδικεί για τον Ελληνισμό μια μεγαλειώδη, παγκόσμια θέση: «Από την ζωήν και δράσιν του Απανταχού Ελληνισμού – Ο Αγωνιζόμενος Ελληνικός Κόσμος ανά την Ελλάδα, Αίγυπτον, Ευρώπην και Αμερικήν». Χάρηκα ιδιαίτερα όταν ανακάλυψα στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού τόμου, «περίπου εκατό ετών», δύο ποιήματα του Καβάφη. Είναι μια σπάνια περίπτωση δημοσίευσής του στην Αμερική (ένα ακόμη ποίημά του εμφανίστηκε το 1928 στο περιοδικό της ομογένειας του Σικάγου «Η Σύγχρονη Σκέψη»).

Πέρα από την υλική πολυτέλεια, με το στομφώδες, κλασικίζον εξώφυλλό του, ο τόμος προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να εξετάσουμε τις αναγνωστικές προτιμήσεις και εμπειρίες των Ελληνοαμερικανών το 1925. Στο εξώφυλλο ένας νέος με χιτώνα κρατά πένα και γράφει σε ένα βιβλίο. Γύρω του υπάρχουν οι λέξεις Ποίηση, Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία, Καλές Τέχνες, Επιστήμη και Γράμματα. Είναι ένα πολιτισμικό φωτοστέφανο, θα λέγαμε, που διακηρύσσει τη φιλοδοξία της εφημερίδας της ομογένειας να καθιερωθεί ως φάρος του Ελληνισμού. Τα δύο ποιήματατου Καβάφη που φιλοξενούνται εδώ είναι οι «Επιθυμίες» και «Ενας γέρος». Το δεύτερο, για κάποιον λόγο, μετονομάστηκε σε «Αθλίων Γηρατειών η Καταφρονία», πιθανότατα από τον Γ. Αυλωνίτη, στον οποίο αποδίδεται η αποστολή του ποιήματος («από τη συλλογή»). Εκτός από τον νέο τίτλο, από το ποίημα λείπει και η πρώτη στροφή. Πρόκειται για δύο βεβηλώσεις του κειμένου που θα εξόργιζαν τον Καβάφη, αφού ουσιαστικά το ποίημα μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτη είναι η συντροφιά που έχουν τα ποιήματα του Καβάφη σε αυτές τις σελίδες. Οι «Επιθυμίες» εμφανίζονται στην ίδια σελίδα με ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά με τίτλο «Ο ξυλοκόπος». Είναι μια σύνθεση λαογραφικού χαρακτήρα για τον μόχθο ενός ξυλοκόπου που κόβει ένα δέντρο από το οποίο θα φτιάξει «μια κούνια για παιδί,/μια κάσα για νεκρό». Το ποιητικό υποκείμενο παραλληλίζει αυτή την ξυλουργική με τη δική του ζωή και με τα γηρατειά. Καταλήγει στους μάλλον γλυκερούς στίχους: «Και πάει! κι ολοζώντανες ελπίδες, αγνά βρέφη/γεννάει μέσα μου ο Καιρός κι αποκοιμάει και τρέφει,/και πόθους θάφτει μέσα μου νεκρούς ένα σωρό…/κι έρχονται νά! τα χρόνια και φεύγουν με σπουδή,/και νιώθω στην καρδιά μου μια κούνια για παιδί,/μια κάσα για νεκρό!». Σπάνια παρουσιάζεται καλύτερη ευκαιρία να εξετάσει κανείς την αναδυόμενη αντιπαλότητα Καβάφη και Παλαμά. Σε έντονη αντίθεση με τον συναισθηματικό Παλαμά, ο Καβάφης προσφέρει ένα ποίημα που προσεγγίζει τον θάνατο από μια άκρως αισθητιστική και παρακμιακή σκοπιά. Εδώ ο θάνατος είναι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ταριχευμένες σε ένα πολύτιμο μαυσωλείο: «Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν/και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,/με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά –/έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν/χωρίς να εκπληρωθούν·/χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά/της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό».

Τον Καβάφη και τον Παλαμά συνοδεύουν σε αυτή τη σελίδα δύο ακόμη ποιητές: ο Παύλος Νιρβάνας και ο Ιωσήφ Ραυτόπουλος. Ο ακρωτηριασμένος «Ενας γέρος» εμφανίζεται σε άλλη σελίδα, δίπλα σε ποίημα του φίλου του, κριτικού Κώστα Ουράνη. Κείμενα του τελευταίου δημοσιεύονταν τακτικά στον «Εθνικό Κήρυκα». Αξιοσημείωτο είναι επίσης το διήγημα «Το αγρίμι» του ποιητή Νικολάου Πετιμεζά-Λαύρα. Δείχνει τις υψηλές λογοτεχνικές προδιαγραφές που έθετε ο «Εθνικός Κήρυξ» για τους αναγνώστες. Με έναν νοσταλγικό αναστεναγμό, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ονομάσει την περίοδο αυτή χρυσή εποχή του Ελληνισμού της Αμερικής και κορύφωση της δημοσιογραφίας της ομογένειας. Ακόμη και σήμερα, στην εποχή του ψηφιακού πληθωρισμού, τίποτα δεν συγκρίνεται με την ποικιλία και την ποιότητα των άρθρων και των απόψεων που φιλοξενούνται στον «παληό τόμο». Ανάμεσα στις άλλες παραδοξότητες της σελίδας Καβάφη/Παλαμά συγκαταλέγονται και φωτογραφίες χορευτριών με αποκαλυπτικά ρούχα, που αποτυπώνουν το πνεύμα της ξέφρενης δεκαετίας του 1920 στην Αμερική.

Δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι ο Καβάφης παρέλαβε ή είδε ποτέ τον τόμο. Θυμίζει τον γέρο του ποιήματός του, που μετανιώνει για τις χαμένες ευκαιρίες («Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·/και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! –/την ψεύτρα που έλεγε· “Αύριο. Εχεις πολύν καιρό”»). Οπως εκείνος, γέρασε και η ελληνική διασπορά, και μαζί της ο Ελληνισμός της. Το πρώιμο ποίημα του Καβάφη αποδείχθηκε προφητικό, σαν να είχε προαναγγείλει το μέλλον: «…Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται/ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται/στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι».

*O κ. Πίτερ Τζέφρις (Παναγιώτης Τσαφαράς) είναι καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Suffolk University (ΗΠΑ). Εχει γράψει σε συνεργασία με τον Γκρέγκορι Τζουσντάνις τη βιογραφική μελέτη «Κωνσταντίνος Καβάφης: Ο άνθρωπος και ο ποιητής» (Μεταίχμιο, 2025).