Φόρτωση Text-to-Speech…
Το 1788 ο Γερμανός ποιητής Φρειδερίκος Σίλερ έγραψε το ποίημα «Die Götter Griechenlands» – «Οι θεοί της Ελλάδας». Λίγες δεκαετίες μετά, το 1819, ο Φραντς Σούμπερτ (1797-1828) μελοποίησε το ποίημα.
Σε ελεύθερη απόδοση: «Κόσμε όμορφε, πού είσαι; Γύρνα πίσω ξανά, γλυκιά άνοιξη της φύσης! Αλίμονο, μονάχα στη μαγική χώρα του τραγουδιού ζει η μυθική σου μνήμη. Οι έρημοι αγροί θρηνούν, θεός κανένας δεν εμφανίζεται μπροστά μου· μονάχα μια σκιά έχει απομείνει από εκείνη τη ζεστή, πάλλουσα εικόνα».
Με το λιντ αυτό του Σούμπερτ ξεκινά η ακρόαση του άλμπουμ «In deinen suben Handen – Musik fur verlorene Seelen» που μόλις κυκλοφόρησε από την Outhere Music-Fuga Libera: σειρά από τραγούδια του Σούμπερτ και συνθέσεις του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685-1750) για πλήκτρα (πιάνο εδώ).
Το νήμα
Oλα τα κομμάτια του δίσκου, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, συνδέονται με μια κεντρική ιδέα: κάτι χάθηκε· κάτι πολύτιμο, σπάνιο και ακριβό, που δεν το έχουμε πια. Και η μουσική θα δώσει μορφή σε αυτό το εκρηκτικό συναίσθημα.
Είτε μέσα από τους στίχους και τη φωνή είτε μέσω του πιάνου, η ιδέα ενός γενικού, ακαθόριστου νόστου, το συντριπτικό, όσο και αθέατο, σχήμα της απουσίας –αυτή η μελανή οπή στην καρδιά μιας παρουσίας– αποτελούν τον κεντρικό άξονα του συγκεκριμένου άλμπουμ.
Την ιδέα αυτή είχε η μεσόφωνος Κολίν Ντουτιέλ (Coline Dutilleul), που ερμηνεύει και τα λιντ του Σούμπερτ, συνοδεία στο πιάνο της Αουρέλια Βισόβαν (Aurelia Visovan). Η τελευταία ερμηνεύει σόλο, φυσικά, τις συνθέσεις του Μεγάλου Κάντορα.
Eνα αμιγώς γυναικείο μουσικό πρότζεκτ που χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτικά ομοιογενή ατμόσφαιρα. Η υποβολή μιας μελαγχολίας που εδώ παρουσιάζεται περισσότερο σαν ένα είδος φυσικής λύπης παρά σαν μια εξαιρετική, παρενθετική θλίψη που σε καταβάλλει και σε ακινητοποιεί. Οι μουσικές που ερμηνεύουν η Ντουτιέλ και η Βισόβαν είναι επίσης η έκφραση ενός επώδυνου θαυμασμού απέναντι στην ομορφιά του κόσμου: η θέα της δεν αντέχεται δίχως μια κάποια οδυνηρή κραυγή.

Η απώλεια για την οποία μιλάει ο Σίλερ, και οι άλλοι ρομαντικοί ποιητές που μελοποιεί ο Σούμπερτ, έχει σαφώς έναν πιο συγκεκριμένο, ιδιαίτερο, χαρακτήρα: οι Γερμανοί ρομαντικοί του όψιμου 18ου και του πρώιμου 19ου αιώνα (ο Σούμπερτ ανήκει στους δεύτερους) είχαν ήδη διαισθανθεί προτού καν καταστεί σαφές από τα πράγματα γύρω τους ότι ο κόσμος ετοιμαζόταν για μια δραματική μεταβολή, μια ριζοσπαστική μετατόπιση, η οποία ισοδυναμούσε με τη διάνοιξη ενός χάσματος ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση.
Δεν ήταν μονάχα οι Γερμανοί βέβαια· και ο Αγγλος ρομαντικός Ουίλιαμ Μπλέικ δεν έκανε άλλο από το να ελεεινολογεί την απαξία στην οποία έβλεπε να περιπίπτει η ονειροφαντασία συγκριτικά με τη λογική και την εμπειρία. Η Βιομηχανική Επανάσταση, που είχε ήδη κάνει εκκίνηση στη Βρετανία μετά το 1760 περίπου, επιβεβαίωσε τους φόβους των ρομαντικών.
Το «πάντρεμα»
Το ειδικό ενδιαφέρον του συγκεκριμένου πρότζεκτ είναι το «πάντρεμα» του Σούμπερτ όχι με έναν ακόμη ρομαντικό αλλά με έναν κλασικό: τον ανυπέρβλητο Μπαχ. Κι ωστόσο, στη συνολική ακρόασή του το άλμπουμ δεν παρουσιάζει χάσματα ή κενά. Η επιλογή των συνθέσεων του Μπαχ είναι στοχευμένη (και η ερμηνεία της Βισόβαν στο πιάνο εκπληκτική).
Εγκεφαλικός ο μέγας αυτός συνθέτης της Λειψίας, ναι, την ίδια στιγμή όμως η δραματική ένταση και η άκρως προσωπική έκφραση της λύπης ως καταστατικής συνθήκης της ανθρώπινης ύπαρξης αναδύονται με περίτεχνο τρόπο στις συνθέσεις του.
Στα τραγούδια του ο Σούμπερτ είναι, βέβαια, μοναδικός. Η ανθρώπινη φωνή μετατρέπεται σε κορυφαίο μουσικό όργανο, την ίδια στιγμή που το πιάνο δεν περιορίζεται ποτέ σε μια παθητική συνοδεία.
Αυτό είναι από τα πλέον δραστικά μουσικά άλμπουμ που ακούσαμε τελευταία.