Νόβι Σαντ και Τέμπη, ανατροπή και αφομοίωση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Το λαϊκό κίνημα που ανέτρεψε το αυταρχικό καθεστώς της Σερβίας μέσω εκλογών θα απασχολήσει πολιτικούς και επιστήμονες για πολύ καιρό – και ως προς την επιτυχία της 25ης Οκτωβρίου και ως προς το τι θα ακολουθήσει. Πώς θα κινηθεί μια αυτοδύναμη κυβέρνηση με βουλευτές που επιλέχθηκαν μέσω φοιτητικών συνελεύσεων, που δεν διαθέτουν πολιτική πείρα, που ανήκουν σε κίνημα χωρίς δομή και ιεραρχία;

Η απροσδόκητη, μεγάλη επιτυχία της Λίστας των Φοιτητών μάς προειδοποιεί ότι αντί να την υποτιμήσουμε, θα ήταν σοφό να δούμε τι μπορούμε να μάθουμε από αυτήν. Πρέπει να αναρωτηθούμε: Πώς η λαϊκή διαμαρτυρία για την πτώση οροφής του σταθμού της πόλης Νόβι Σαντ τον Νοέμβριο του 2024, μία πολύνεκρη τραγωδία, τροφοδότησε μια συνεχή κινητοποίηση που ανέτρεψε τον ηγέτη που ήλεγχε τα πάντα στη Σερβία εδώ και 12 χρόνια, ενώ στην Ελλάδα το επίσης πάνδημο πένθος και οι μαζικές διαμαρτυρίες για την τραγωδία των Τεμπών το 2023 δεν είχαν παρόμοια εξέλιξη; Και εδώ ο θυμός κυριάρχησε στην πολιτική για μεγάλο διάστημα, και εδώ ήταν εμφανείς πολιτικές, κρατικές και προσωπικές ευθύνες.

Στην Ελλάδα διάφορα κόμματα επιχείρησαν να καπελώσουν και να καθοδηγήσουν τη λαϊκή οργή, υιοθετώντας κάθε δίκαιο αίτημα, αλλά και προωθώντας κάθε θεωρία συνωμοσίας.

Οι ομοιότητες μεταξύ των κινητοποιήσεων στην Ελλάδα και στη Σερβία συνίστανται κυρίως στην αγανάκτηση που προκαλεί η πεποίθηση ότι οι πολιτικές και κρατικές αρχές, καθώς και οι επιχειρήσεις, δεν νοιάζονται για τους πολίτες. Ο θάνατος 16 ανθρώπων στο Νόβι Σαντ και 57 στα Τέμπη, επειδή πίστεψαν ότι μπορούν να ταξιδέψουν χωρίς να θέτουν τη ζωή τους σε κίνδυνο, δεν μπορούσε να μείνει χωρίς απάντηση από τους πολίτες. Οι διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι πολλές, αφορούν και τη μορφή και τη διάρκεια των κινητοποιήσεων και το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώθηκαν. Στη Σερβία, ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τον θυμό, επιλέγοντας ολομέτωπη σύγκρουση και καταγγελίες για «ξένους πράκτορες», τροφοδοτώντας συνεχώς το κίνημα των φοιτητών. Αυτοί, ορθώς (όπως αποδείχθηκε), δεν ανέδειξαν ηγετικές προσωπικότητες που θα συγκέντρωναν τα πυρά των αρχών. Αντιθέτως, με την επιμονή τους και με τον αποκλεισμό προσωπικών φιλοδοξιών συγκέντρωσαν κόσμο που συμμεριζόταν την απαίτηση για ελευθερία, δικαιοσύνη, τέλος της διαφθοράς κ.ά. Η προσεκτική αντιμετώπιση του εθνικισμού (πάντα ισχυρός στην περιοχή) δεν αποξένωσε πιθανούς υποστηρικτές που προέρχονται από άλλους πολιτικούς χώρους. Με άλλα λόγια, οι Σέρβοι φοιτητές νίκησαν το πολιτικό σύστημα με την επιμονή τους να μείνουν εκτός αυτού.

Στην Ελλάδα έγινε το ακριβώς αντίθετο: διάφορα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχείρησαν να καπελώσουν και να καθοδηγήσουν τη λαϊκή οργή, υιοθετώντας κάθε δίκαιο αίτημα, αλλά και προωθώντας κάθε υπερβολή και θεωρία συνωμοσίας. Η κυβέρνηση, εκφράζοντας συμπόνια και μετάνοια, χρησιμοποίησε κάθε θεσμικό μέσο για να αμυνθεί. Και η πιο χαρισματική φωνή που ανέδειξε η τραγωδία, επιλέγοντας να αναμετρηθεί με το πολιτικό σύστημα, αφομοιώθηκε από αυτό. Το ποτάμι της οργής διασπάστηκε στα κανάλια της ματαιότητας.