Φόρτωση Text-to-Speech…
Δύο Νομπέλ Λογοτεχνίας έχει η Ελλάδα και τα δύο κυκλοφορούν από τον «Ικαρο». Θα ήταν βέβαια άδικο αν το 2026 περιορίζαμε τον ιστορικό εκδοτικό οίκο στον Σεφέρη και στον Ελύτη. Θα αφήναμε εκτός όχι μόνο την Κική Δημουλά, τον Δημήτρη Νόλλα ή τον Γιάννη Παλαβό, αλλά και τον Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, τον Τζορτζ Σόντερς, τον Κολμ Τομπίν, τον Κόλσον Γουάιτχεντ και άλλα σπουδαία ονόματα της ξένης πεζογραφίας του. Θα ξεχνούσαμε επίσης τους τόσο προσεγμένους τίτλους στην παιδική του σειρά.
Δύο ξαδέρφια, ο Νίκος Αργύρης και η Μαριλένα Πανουργιά, κρατούν εδώ και χρόνια τα ηνία των εκδόσεων «Ικαρος». Επαιζαν μαζί από παιδιά και όταν πια μεγάλωσαν λίγο, οι μητέρες τους, η Χρυσή και η Κατερίνα Καρύδη –η αμέσως προηγούμενη γενιά του «Ικαρου»– τα έπαιρναν στο βιβλιοπωλείο, στην οδό Βουλής 4, τα Χριστούγεννα, για να τυλίγουν τα βιβλία. «Ετσι μεγαλώσαμε, ξέροντας τι συνέβαινε εκεί, ακόμη και αν δεν καταλαβαίναμε από νωρίς τα μεγέθη, όταν λ.χ. η Κατερίνα και η Χρυσή έπρεπε να φύγουν γιατί είχαν ραντεβού με τον Ελύτη», λέει η Μαριλένα.
«Πλέον, εδώ και χρόνια υπάρχει και το γραφείο στην οδό Βουλής 35», υπενθυμίζει ο Νίκος, και μαζί με την ξαδέρφη του εξηγούν πώς ξεκίνησαν όλα και πού βρίσκονται σήμερα: πώς ο «Ικαρος» ιδρύθηκε το 1943 από τον παππού τους, Νίκο Καρύδη, μαζί με τον Αλέκο Πατσιφά και τον Μάριο Πλωρίτη· πώς το 1984, μετά τον θάνατο του παππού, η σκυτάλη πέρασε στις δύο κόρες του· πώς ιδρύθηκε το 2014 η σειρά ξένης πεζογραφίας· και πώς θα αντιμετωπιστούν στο μέλλον οι προκλήσεις της εποχής.
– Σε τι πρωτοπόρησαν οι εκδόσεις Ικαρος;
Νίκος Αργύρης: Κατ’ αρχάς ήταν πρωτοποριακό και μόνον το ότι ιδρύθηκαν μέσα στον πόλεμο και στην Κατοχή, από ανθρώπους που είχαν κυρίως καλλιτεχνικές ανησυχίες. Ενας από τους στόχους τους ήταν το πάντρεμα της ποίησης με την τέχνη, κάτι αρκετά πρωτοποριακό τότε, με τις εκδόσεις να είναι πάντα ιδιαίτερα φροντισμένες και να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, προμετωπίδα από ζωγράφους. Μιλάμε μάλιστα για ποιητές που τότε δεν ήταν γνωστοί και που ο Καρύδης είχε τολμήσει να τους προτείνει, όπως είχε τολμήσει να εκδώσει και ξένη πεζογραφία.
Ολη αυτή η υπερπαραγωγή περιεχομένου στρογγυλεύει τα πάντα, τα φέρνει όλα σε μια μετριότητα. Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορούμε σήμερα να παραγάγουμε έναν Ντοστογιέφσκι ή έναν Χέμινγουεϊ.
Νίκος Αργύρης
Μαριλένα Πανουργιά: Στην επόμενη εποχή, από το 1984 που ανέλαβαν η Χρυσή και η Κατερίνα και έπειτα, ήταν πολύ εντυπωσιακή η στήριξη των παλιών συνεργατών. Εγιναν όμως και εκεί ανοίγματα σε ποιητές, ήρθαν στον «Ικαρο» ο Νίκος Καρούζος, η Κική Δημουλά. Ξεκίνησε επίσης η σειρά «Προσωπογραφίες» με προσωπικότητες όπως ο Χρήστος Γιανναράς, ο Πάμπλο, ο Γιάννης Σακελλαράκης. Συνέχισαν φυσικά να συνεργάζονται με τον Ελύτη και να εκδίδουν τα έργα του Σεφέρη. Τότε ήταν που η εταιρεία απέκτησε χονδρική – ο Καρύδης ήταν, όπως είπαμε, καλλιτέχνης και δεν ασχολιόταν με αυτά.
– Εσείς πώς αποφασίσατε να αναλάβετε τα ηνία;
Μ.Π.: Μπήκα με το που τελείωσα το σχολείο και ενώ παράλληλα σπούδαζα. Η πρώτη μου δουλειά ήταν να συντάξω το δελτίο Τύπου της έκδοσης της Θείας Λειτουργίας σε μεταγραφή στη δημοτική και επειδή το έκανα πολλές φορές σε μια γραφομηχανή, κάποια στιγμή είπα «πρέπει να πάρουμε υπολογιστή». Αρχισα να προωθώ έναν εκσυγχρονισμό και σύντομα, μετά τον υπολογιστή αποκτήσαμε και ένα εμπορικό πρόγραμμα –αρνήθηκαν όλοι να μάθουν πώς δουλεύει– ενώ πρότεινα να μένουμε ανοιχτοί και τα απογεύματα – «βεβαίως», μου είπαν, «να μένεις». Και λίγα χρόνια αργότερα ήρθε ο Νίκος και το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα πήρε μπροστά πιο σοβαρά.
Ν.Α.: Ελειπα λόγω σπουδών στο εξωτερικό, έπειτα έπρεπε να κάνω το στρατιωτικό μου. Μεσολάβησε και η πρώτη μου δουλειά, στην «Καθημερινή», στο εμπορικό τμήμα, όπου έκατσα ένα χρόνο. Ηδη όμως από τις σπουδές και από τον στρατό είχε αρχίσει να με τριγυρίζει η ιδέα του «Ικαρου». Και αφού είδα ότι η δουλειά στην «Καθημερινή» δεν μου πήγαινε σαν καριέρα, μπήκα στον εκδοτικό. Η μητέρα μου θεωρούσε ότι θα χαντακωθώ, γιατί ήταν μια πολύ μικρή οικογενειακή –και γυναικεία– επιχείρηση, που δεν θα μπορούσε να με στηρίξει, δεν θα κατάφερνα κάτι «μεγάλο». Παρά τις αντιρρήσεις της, όμως, μπήκα και έκτοτε κάναμε πολλά και ωραία πράγματα.
– Η ανάγνωση, ως συνήθεια, υπήρχε από πολύ νωρίς στη ζωή σας;
Ν.Α.: Στην Αγία Μαρίνα, στη Στυλίδα, όπου παραθερίζαμε, ο πατέρας της Μαριλένας είχε στο σπίτι του μια τεράστια βιβλιοθήκη γεμάτη αμερικανικά κατασκοπικά και πολεμικά μυθιστορήματα – Τομ Κλάνσι κ.λπ. Τα ξεκοκάλιζα αυτά τα βιβλία εκείνα τα καλοκαίρια. Δεν ήμουν, όμως, πολύ διαβαστερό παιδί. Αγάπησα το διάβασμα σπουδάζοντας στο Λονδίνο, ανακαλύπτοντας βιβλιοπωλεία και συγγραφείς και αρχίζοντας να αγοράζω βιβλία και να πειραματίζομαι. Εκεί είπα ότι ναι, αυτό είναι κάτι –το να βγάζω βιβλία– που θα μπορούσα να κάνω καλά.
Ο,τι και αν διαβάζεις, λογοτεχνία ή δοκίμιο, το βιβλίο φτιάχνει μια comfort zone, σε παίρνει για λίγο από τον κόσμο, σου επιτρέπει να είσαι μόνος και ήσυχος.
Μαριλένα Πανουργιά
Μ.Π.: Οχι ότι λέει κάτι, αλλά ίσως άρχισα το διάβασμα πιο μικρή από εσένα! Ανήκαμε, εξάλλου, σε μια γενιά που τότε δεν είχε οθόνες. Τα καλοκαίρια στο χωριό, που μας έβαζαν για ύπνο το μεσημέρι, δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε. Και όταν πια είχα διαβάσει το Μίκυ Μάους και τα περιοδικά της εβδομάδας –το «Δύο» ήταν ένα από αυτά– όταν έπρεπε να μείνω ήσυχη άλλες δύο ώρες, τότε άρχισα να διαβάζω πολύ.
– Αναλαμβάνετε λοιπόν και έχετε στον κατάλογό σας δύο Νομπέλ. Είναι καύσιμο; Είναι βάρος; Και πώς συνδυάζονται με την εξέλιξη;
Ν.Α.: ∆εν είναι βάρος, είναι τύχη και κληρονομιά μαζί, είναι ευθύνη. Αν απλά βασιστείς σε αυτό, αν καθησυχαστείς και διατηρήσεις έναν κατάλογο από το παρελθόν, του οποίου οι δημιουργοί έχουν φύγει από τη ζωή, τότε δημιουργείς ένα μουσείο. Ενας εκδοτικός οίκος πρέπει να εξελίσσεται, να παρακολουθεί τις τάσεις, να ανακαλύπτει νέα κείμενα, να προτείνει νέους συγγραφείς. Πρέπει, φυσικά, να συνυπάρχουν οι δύο κόσμοι. Δεν είναι εύκολο, αλλά δεν είναι ακατόρθωτο.
Μ.Π.: Είναι μεγάλη χαρά ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας. Δεν το λέω για να υποτιμήσω τα δεύτερα ή τα τρίτα βιβλία των συγγραφέων μας, ούτε προφανώς τα Νομπέλ. Αλλά όταν κάποιος από εμάς διαβάσει κάτι και το δώσει στον άλλον και πει «εδώ κάτι έχουμε, πάμε να το στηρίξουμε», αν πάει όντως καλά, είναι μεγάλη χαρά. Αυτό σημαίνει να είσαι εκδότης, συντηρώντας βεβαίως τον κατάλογό σου. Εμείς ανατυπώνουμε το μεγαλύτερο μέρος του, σταθερά. Και οι σχέσεις που έχουμε με την Ιουλίτα (σ.σ.: Ηλιοπούλου) και τη Δάφνη, την κόρη της Αννας Λόντου, είναι παραπάνω από επαγγελματικές. Γι’ αυτό δεν το νιώσαμε ποτέ σαν βάρος.
– Σας φοβίζουν οι εξελίξεις που φέρνει η… ξέρετε ποια;
Ν.Α.: Σε όλες τις επαγγελματικές εκθέσεις βιβλίου, σε όλα τα συνέδρια, τα φόρουμ, η τεχνητή νοημοσύνη είναι το νούμερο ένα θέμα. Εχει γίνει λίγο μονότονο… Δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος να φοβάται κάποιος, είναι λίγο υπερβολικό. Σίγουρα απαιτεί εγρήγορση, πρέπει να έχεις πιο ευαίσθητες κεραίες, να καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που κρατάς στα χέρια σου. Διάβαζα κάπου ότι από τη μέρα που λανσαρίστηκε το ChatGPT, τα βιβλία που πωλούνται μέσω Amazon έχουν αυξηθεί κατά 300%, με πολλά από αυτά να είναι αυτοεκδόσεις. Είναι σίγουρα ένα εργαλείο το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται συνετά και μπορεί να σου λύσει τα χέρια. Δεν νομίζω όμως ότι ένας δημιουργός, ένας συγγραφέας ή ένας μεταφραστής μπορεί με καθαρή συνείδηση να χρησιμοποιήσει την ΑΙ για να παράγει πιο γρήγορα, παρακάμπτοντας τη δουλειά του.
Μ.Π.: Ολο αυτό ξεκινάει από παλιά. Υπήρχαν εκδότες που δεν έδιναν σημασία ή δεν έδιναν χρήματα για μια σοβαρή επιμέλεια. Υπήρχαν εκδότες που δεν έδιναν καν σημασία στη μετάφραση, την ανέθεταν σε πέντε φοιτητές, μετέφραζε καθένας από τρία κεφάλαια και μετά όλο αυτό δενόταν και γινόταν βιβλίο. Εκεί μπαίνει ο εκδότης. Αν μια μεταφράστρια σου στείλει κάτι φτιαγμένο όλο στο ChatGPT, ακόμη μπορείς να το διακρίνεις. Και ο ρόλος σου είναι να βάλεις ένα φρένο, να πεις αυτό το κείμενο θέλει επιμέλεια. Εμείς αυτό κάνουμε. Ξέρουμε πώς γίνεται. Είμαστε από πάνω.
– Μπορεί σε μια εποχή με τόσους περισπασμούς και ψηφιακό περιεχόμενο, να βγει ένα όνομα που θα αποκτήσει τον χαρακτήρα του κλασικού, του οικουμενικού; Ενας νέος Ντοστογιέφσκι ή ένας Χέμινγουεϊ;
Ν.Α.: Είμαι πολύ επιφυλακτικός, το βρίσκω δύσκολο. Ολη αυτή η υπερπροσφορά, η υπερπαραγωγή περιεχομένου, στρογγυλεύει τα πάντα, τα φέρνει όλα σε μια μετριότητα, χωρίς να μπορεί κάτι να ξεχωρίσει. Το βλέπεις γενικότερα, καλλιτεχνικά μιλώντας. Ολα αυτά τα προϊόντα, σειρές, ταινίες κ.λπ. στοχεύουν στη μαζική απήχηση μέσα από μια συνήθως χαμηλή ποιότητα. Απευθύνονται σε ένα κοινό με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που δεν αποζητάει την υπέρβαση. Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορούμε σήμερα να παραγάγουμε έναν Ντοστογιέφσκι ή έναν Χέμινγουεϊ.
Μ.Π.: Εμένα με παρηγορεί ότι ανατυπώνονται βιβλία που έχουμε βγάλει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Σημαίνει ότι αφορούν ακόμη τους αναγνώστες. Δεν ξέρω αν θα έχουν παγκόσμια εμβέλεια. Αλλά μέσα σε όλα αυτά τα ερεθίσματα και τις οθόνες –είτε είναι τα e-mails σου, τα social media, οι ειδήσεις– το βιβλίο αποτελεί την παρηγοριά σου. Ο,τι και αν διαβάζεις, λογοτεχνία ή δοκίμιο, το βιβλίο φτιάχνει μια comfort zone, σε παίρνει για λίγο από τον κόσμο, σου επιτρέπει να είσαι μόνος και ήσυχος. Αντιλαμβάνομαι ότι ακούγεται πολύ ρομαντικό. Αλλά ενώ μπορεί να μη βγει ένα βιβλίο κλασικό, πιστεύω ότι η ανάγνωση παραμένει ένας κλασικός τρόπος αποφόρτισης από τον χαμό που συμβαίνει γύρω μας.
Το άνοιγμα στη νέα γενιά
Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ο «Ικαρος» δεν είχε μεγάλη επαφή με τη λογοτεχνία και την αγορά του εξωτερικού. Ο Νίκος Αργύρης και η Μαριλένα Πανουργιά άρχισαν να σκέφτονται ότι χρειάζεται μια αλλαγή. «Οταν ξεκίνησε, άλλωστε, ο “Ικαρος” είχε πολλή ξένη πεζογραφία, την οποία θελήσαμε να ξαναφέρουμε», προσθέτει ο εκδότης και σημειώνει: «Η σειρά ξένης πεζογραφίας ξεκίνησε ξανά το 2014 και το πρωτοποριακό χαρακτηριστικό της ήταν ότι, σε αντίθεση με ό,τι κυκλοφορούσε τότε στην αγορά, είχε –και έχει– εξώφυλλα εικονογραφημένα από καλλιτέχνη, όχι φωτογραφίες
ή τυπογραφικά εξώφυλλα. Εκτοτε, βέβαια, αυτό το χαρακτηριστικό έχει αντιγραφεί πολύ».
«Πρέπει να πούμε ότι μεγάλη σημασία για τον “Ικαρο” είχε και το “Logicomix” (σ.σ.: των Απόστολου Δοξιάδη, Χρίστου Παπαδημητρίου, Αλέκου Παπαδάτου και Ανι ντι Ντονά), το οποίο από το 2008 κι έπειτα έφερε στον “Ικαρο” ένα κοινό νέο, διαφορετικό, αποτελώντας κάτι σαν σταθμό για τον εκδοτικό οίκο. Ανοιξε μια πόρτα, μπήκαν άνθρωποι στο βιβλιοπωλείο που δεν είχαν μπει ποτέ», συμπληρώνει η Μαριλένα Πανουργιά.
Σήμερα πάντως το νεανικό κοινό εξακολουθεί να παραμένει ένα ζητούμενο, επηρεάζοντας μέχρι και τα κανάλια επικοινωνίας και διαφήμισης του βιβλίου. «Αν θέλεις να πλησιάσεις ένα κοινό 18-25 χρόνων, τότε θα το βρεις στα social media και μάλιστα σε συγκεκριμένα, στο TikTok και στο Instagram, όχι στο Facebook», απαντάει ο Νίκος Αργύρης. «Πρέπει να τους μιλήσεις στη γλώσσα τους, με τρόπους που θα καταλάβουν και θα τους είναι οικείοι».
Η συνάντηση
Προτιμήσαμε να συναντηθούμε πρωί, για να αποφύγουμε τη ζέστη και για να αδράξουμε κατόπιν τη μέρα. Το «Brigante» στο Σύνταγμα (Ξενοφώντος 6) είχε μεν δροσιά, είχε μαρμάρινα τραπέζια και απαλή ιταλική μουσική, δυστυχώς όμως είχαν τελειώσει τα νόστιμα μικρά κρουασανάκια και τα λαχταριστά σαντουιτσάκια, που προσελκύουν, όπως διαπιστώσαμε, από εργαζομένους της γύρω περιοχής μέχρι βουλευτές. Επιλέξαμε λοιπόν και οι τρεις, όχι ακριβώς απρόθυμα, τα μεγάλα σάντουιτς, με το αφράτο, φρέσκο ψωμί και τα ποιοτικά αλλαντικά. Ηπιαμε δύο φρέντο εσπρέσο και έναν καπουτσίνο, πληρώσαμε 28,7 ευρώ και αναρωτηθήκαμε, μεταξύ άλλων, γιατί ορισμένα μαγαζιά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας αντέχουν στον χρόνο και στις αλλαγές, τη στιγμή που κάποια άλλα ανοίγουν και κλείνουν μέσα σε μερικούς μήνες.