Νίκος Αμανίτης: Στα ίχνη ενός ανώνυμου απόντος

Φόρτωση Text-to-Speech…

Αν σταθούμε στο περιεχόμενο, έχουμε μια ιστορία που συναρπάζει, που συγκινεί: το 1938, ο ζωγράφος Νίκος Μπαλόγιαννης αναχωρεί με υποτροφία για την École des Beaux-Arts στο Παρίσι, όπου γνωρίζει τον Μόραλη και ερωτεύεται τη Μουν, με την οποία ζει μερικές εβδομάδες ευτυχίας, προτού ο πόλεμος τον αναγκάσει να επιστρέψει, να πολεμήσει και να τραυματιστεί στο μέτωπο, να ζήσει την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά ως μέλος του ΕΑΜ, να επιβιβαστεί το 1945 στο θρυλικό «Ματαρόα» και να καταλήξει στις ΗΠΑ, όπου θα εργαστεί ως καλλιτέχνης, χωρίς να έχει ξεχάσει ακριβώς τη Γαλλίδα αγαπημένη του.

Αν εστιάσουμε στη μέθοδο, τότε ο «Αγνοούμενος του Ματαρόα» (εκδ. Μεταίχμιο) του δημοσιογράφου Νίκου Αμανίτη είναι ένα πρωτόγνωρο υβρίδιο, που συνδυάζει την εξαντλητική έρευνα σε πλήθος τεκμηρίων και πηγών (η βιβλιογραφία του φτάνει τις 17 σελίδες), την πολιτισμική ιστορία, τη μυθοπλασία, τις ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά και μια προσωπική αναζήτηση που δεν αφήνει τον συγγραφέα σε ησυχία. Ολα ξεκίνησαν άλλωστε από έναν ζωγραφικό πίνακα που ακολουθούσε τον Αμανίτη σε κάθε μετακόμιση, χωρίς μέχρι πρότινος να έχει αποκαλύψει τα μυστικά του.

Ξεχνάμε κάτι; Ναι, την απόλαυση της ανάγνωσης του «Αγνοουμένου του Ματαρόα», ενός βιβλίου που, είτε ψηλαφίζει τα θραύσματα μιας ζωής είτε ανασυνθέτει το Παρίσι και την Αθήνα του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, δεν παύει να εκπλήσσει με τα επιμέρους στοιχεία του και να γοητεύει.

νίκος-αμανίτης-στα-ίχνη-ενός-ανώνυμου-564298960

– Γιατί ένας κατά τα άλλα «ανικανοποίητος διώκτης της τύχης», ένας «καπάτσος καταφερτζής» όπως ο Νίκος Μπαλόγιαννης να μη στείλει ποτέ όλα εκείνα τα γράμματα στη Μουν; Γιατί τα έγραφε;

– Από όσα διαβάζουμε στο χειρόγραφο, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε με βεβαιότητα ότι δεν επιχείρησε να στείλει κάποια γράμματα. Το βέβαιο είναι ότι δεν πήρε ποτέ απάντηση. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το 27μετρο ρολό, που είναι και η αφετηρία του βιβλίου, ήταν η απόδραση από την τρομακτική πραγματικότητα, την οποία του πρόσφερε η ανάμνηση εκείνων των ημερών που υποτίθεται ότι μοιράζεται με εκείνη που πάνω απ’ όλα προσωποποιούσε τις πιο ευτυχισμένες ημέρες της ζωής του, τότε που σπούδαζε στο Παρίσι, ήταν ερωτευμένος, χόρευε στα παρισινά ντάνσινγκ, ήταν ακόμη ελεύθερος και ήταν ακόμα ειρήνη. Η πέρα από κάθε φαντασία άθλια πραγματικότητα που ζούσε του επέτρεπε να φαντάζεται μια δική του πραγματικότητα, όπου οι δυο τους ήταν και πάλι μαζί, ήταν ζωντανή και τον περίμενε και ότι κάποτε θα συνέχιζαν τη δική τους ιστορία που είχε διακόψει τόσο απότομα ο πόλεμος. Με δυο λόγια, έγραφε για να επιβιώσει μέσα στην αδιανόητη καθημερινότητα της Κατοχής.

– Ηταν ο Μπαλόγιαννης περισσότερο ένας άνθρωπος που τον καθόρισε η εποχή του ή ζούσε και «κατά τον δαίμονα εαυτού»;

– Ολοι καθοριζόμαστε, λιγότερο ή περισσότερο, από την εποχή μας. Και όλοι προσπαθούμε, λιγότερο ή περισσότερο, να χαράξουμε τη δική μας πορεία μέσα στην εποχή μας. Ας πούμε ότι ο Μπαλόγιαννης, ως καλλιτέχνης είχε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, μια έντονη τάση φυγής, κάποια στοιχεία που ίσως θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τυχοδιωκτικά· όμως τόσο η επιθυμία φυγής όσο και η αναζήτηση καλύτερης ζωής δεν καθορίζονταν και από τις συνθήκες εκείνης της τόσο ταραγμένης εποχής;

– Από τις δευτερεύουσες πηγές που συνέβαλαν στην έρευνά σας, ποιες θα ξεχωρίζατε;

– Η Ιστορία, όπως τη βλέπω εγώ που δεν είμαι ιστορικός, δεν είναι παρά το σύνολο ενός τεράστιου ψηφιδωτού μικρών ιστοριών ανωνύμων απόντων. Αυτό προσπάθησα να κάνω. Η αναζήτηση της κοινής ζωής των κοινών ανθρώπων είναι που με συνήρπασε περισσότερο και όσα βρήκα ψάχνοντας ήταν αυτά που με συγκίνησαν πιο πολύ. Hταν σαν να ψάχνω παλιά σεντούκια που άφησαν σε μια σοφίτα οι πρόγονοί μου και να ανακαλύπτω δυσανάγνωστα γράμματα και σημειώματα, μαυρόασπρες οικογενειακές φωτογραφίες όπου δύσκολα αναγνωρίζεις τα πρόσωπα, προσπαθώντας να βρεις απαντήσεις σε ερωτήσεις που ποτέ δεν τους έκανες. Για να τα καταφέρω διάβασα οδηγούς, ελληνικούς και ξένους, για την Αθήνα του Μεσοπολέμου, αγόρασα αεροφωτογραφίες της Πλάκας τραβηγμένες από το 1932 μέχρι το 1947, μελέτησα χάρτες της εποχής, κοίταξα χιλιάδες φωτογραφίες της Αθήνας του ’30, είδα πολλές φορές τις ελάχιστες ταινίες που είχαν γυριστεί τότε και διάβασα στις εφημερίδες και στα περιοδικά της εποχής τις μικρές ειδήσεις και το αθηναϊκό ρεπορτάζ. Και βέβαια κράτησα όσες περιγραφές της καθημερινότητας βρήκα στα βιβλία των λογοτεχνών της εποχής που αναφέρονταν σε εκείνα τα χρόνια – και ήταν υπέροχη ανακάλυψη ότι το σπίτι του Μπαλόγιαννη βρισκόταν ούτε δέκα μέτρα από το σπίτι της οικογένειας Μαλβή στη «Μενεξεδένια Πολιτεία», ούτε 50 μέτρα από τα σπίτια των κοριτσιών της «Αστροφεγγιάς». Ανακάλυψα μια άλλη πόλη, βλέπω πια την Αθήνα με άλλο μάτι. Και με την ίδια επιμονή, αλλά διαφορετική συγκίνηση, έψαξα τα βήματα δύο ερωτευμένων νέων στο Παρίσι του ’39, λίγες εβδομάδες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Μια συναρπαστική περιπέτεια.

Ολοι καθοριζόμαστε, λιγότερο ή περισσότερο, από την εποχή μας. Και όλοι προσπαθούμε, λιγότερο ή περισσότερο, να χαράξουμε τη δική μας πορεία μέσα στην εποχή μας.

– Αξιοποιείτε ντοκουμέντα και ιστοριογραφία, μυθοπλασία και αυτομυθοπλασία, όλα εμπλουτισμένα με σχόλια, υποσημειώσεις κ.ά., με το τελικό αποτέλεσμα να μην ταξινομείται εύκολα. Θελήσατε να τηρήσετε κάποια χρυσή τομή μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας; Φοβηθήκατε μήπως κολυμπάτε σε αχαρτογράφητα νερά;

– Σε αχαρτογράφητα νερά βρισκόμουν συνέχεια. Αλλά αυτό περισσότερο με ενθουσίαζε παρά με φόβιζε. Βέβαια υπήρχαν σταθερές που με κατηύθυναν και πάνω σε αυτές οργάνωσα την αφήγηση: Τα ευρήματα της πολυετούς έρευνας και όσα άφησε πίσω του ο Μπαλόγιαννης –ημερολόγια, επιστολές, δημόσια έγγραφα– και μου έστειλε από το Μεξικό η κόρη του ήταν σαν τα θεμέλια και τα εξωτερικά τοιχώματα ενός σπιτιού, αυτά ήταν η πραγματικότητα. Η εσωτερική διαρρύθμιση και η διακόσμηση ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας.

νίκος-αμανίτης-στα-ίχνη-ενός-ανώνυμου-563934310

– Aραγε η λογοτεχνική γλώσσα αποκαλύπτει κρυμμένα νοήματα του βίου των ανθρώπων ή παράγει και νέα; Εσείς πώς δουλέψατε με το ύφος και τις λέξεις και με ποιο στόχο;

– Από τη μία πλευρά υπάρχει η όντως εξονυχιστική έρευνα – αυτό απαιτεί μια άλλη γλώσσα, σχεδόν δημοσιογραφική, που ωστόσο θέλησα να λειάνω με προσωπικές παρεμβολές στα κλασικά πρότυπα του New Journalism, μερικές φορές και με χιούμορ. Αυτό όμως που είχε μεγαλύτερη σημασία για μένα ήταν να βρω έναν τρόπο να εντάξω την Ιστορία μέσα στην ιστορία, να συνδέσω όσα γνώριζα και όσα αγνοούσα, να αντιμετωπίσω το παρελθόν βασιζόμενος σε ξένες αναμνήσεις και να αφεθώ στις σιωπές και στα παιχνίδια και στις παγίδες που στήνει σε όλους μας η μνήμη, χωρίς στο τέλος καμία βεβαιότητα ότι όλα συνέβησαν όπως τα έγραψα. Γιατί στη μάχη με το παρελθόν, αυτό νικάει πάντα. Σε όλον αυτόν τον αγώνα, που ξεκινάει από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, η λογοτεχνία με καθοδήγησε και, ναι, η λογοτεχνία σε βοηθά να αναδείξεις τον χαρακτήρα των ηρώων σου, να ανακαλύψεις νοήματα κρυμμένα στην επόμενη λέξη.

Νίκος Αμανίτης: Στα ίχνη ενός ανώνυμου απόντος-1

– Eπειτα από τόσες υποθέσεις που περιλαμβάνει η αφήγησή σας, ας επιχειρήσουμε μία ακόμα: Θα ζούσαν τελικά ευτυχισμένοι ο Νίκος και η Μουν;

– Τη σχέση τους τη γνωρίζουμε μόνο από όσα της έγραψε ο Νίκος στη διάρκεια της Κατοχής. Και εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι η Μουν στην οποία απευθύνεται είναι η εξιδανικευμένη προσωποποίηση μιας περιόδου που ήταν η πιο ευτυχισμένη της ζωής του. Iσως η πραγματικότητα να ήταν πολύ πιο πεζή από όσο την αναπολεί ο Νίκος, και αφήνω αυτήν την αμφιβολία να διατρέχει το κείμενο, γιατί ποτέ, τίποτα δεν μπορεί να είναι έτσι όπως φαίνεται. Είμαι σχεδόν βέβαιος πάντως ότι ήταν δυο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι και ακόμη και το γεγονός ότι ο Νίκος τη σκέπτεται μέχρι το τέλος της ζωής του, αυτό οφείλεται κυρίως στη μοναδικότητα εκείνων των στιγμών. Η Μουν, περισσότερο από πρόσωπο, γίνεται μια εποχή – άλλωστε μια εποχή θέλησα κι εγώ να αναζητήσω, γι’ αυτό και το βιβλίο ετούτο είναι πάνω απ’ όλα βιογραφία μιας εποχής.

Αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία για μένα ήταν να βρω έναν τρόπο να εντάξω την Ιστορία μέσα στην ιστορία, να συνδέσω όσα γνώριζα και όσα αγνοούσα.

– Το βιβλίο έχει κάνει ήδη αρκετές εκδόσεις, έχει βραβευτεί και συζητιέται πολύ. Ανατρέχοντας στην περίοδο που ακόμα αμφιβάλλατε και δεν είχατε πολλά στοιχεία για τη συγγραφή του, στην καραντίνα και σε εκείνον τον πίνακα, ποιο θα λέγατε ότι ήταν το κίνητρό σας για αυτή την έρευνα; Γιατί επιστρέψατε στο παρελθόν με τόση επιμονή;

– Oπως ο Νίκος γράφει στη Μουν για να επιβιώσει μέσα στην Κατοχή, έτσι κι εγώ μπήκα σε αυτήν την περιπέτεια για να επιβιώσω μέσα στην πρώτη, τη σκληρή καραντίνα. Σαν από θαύμα βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα σωρό από κομμάτια ενός συναρπαστικού παζλ. Ηταν σαν τα βοτσαλάκια που άφησε πίσω του ο Κοντορεβιθούλης, το ένα οδηγούσε στο άλλο και σιγά σιγά βυθιζόμουν σε μια εποχή όπου ένιωθα πως θα συναντήσω και τους δικούς μου προγόνους να γεύονται, μαζί με τους δικούς σας, ένα υποβρύχιο στο «Αϊ Λάιφ» του Ζαβορίτη στο Σύνταγμα ή να ατενίζουν τον Σαρωνικό από τα τραπεζάκια του Ζαππείου. Και ήθελα τόσο πολύ να τους συναντήσω!

– Ενίοτε απευθύνεστε στον ήρωά σας σε β΄ ενικό. Τι θα έλεγε εκείνος αν με έναν μαγικό τρόπο μάθαινε για το βιβλίο σας; Θα χαιρόταν που κάποιος διηγήθηκε την ιστορία του;

– Ναι, το έκανα κι αυτό. Απευθύνομαι στον Νίκο, μερικές φορές χαριεντίζομαι μαζί του, όπως επικοινωνώ και με τον αναγνώστη, θέλω μερικές φορές να αισθάνεται ότι διαβάζει το βιβλίο την ώρα που γράφεται. Τώρα, τι θα έλεγε αν με έναν μαγικό τρόπο μάθαινε για το βιβλίο; Ελπίζω να μη θύμωνε που η ζωή του έγινε αφορμή να γράψω κυρίως για την εποχή που διέσχισε με πάθος, δυσκολίες, επιτυχίες και αποτυχίες. Ελπίζω να μη θυμώσει που δεν έγραψα μια αγιογραφία, αλλά να σταθεί περισσότερο στο ότι πλέον δεν είναι αγνοούμενος και να αναγνωρίσει το ότι κάποιος, 60 χρόνια μετά τον θάνατό του, ασχολήθηκε τόσο πολύ μαζί του, τον έκανε επιτέλους αναγνωρίσιμο. Αλλά με αυτόν τον μυστήριο τύπο, ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις…