Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες

Φόρτωση Text-to-Speech…

Χρέος ενός πολίτη που έχει δημόσιο λόγο είναι να διαφυλάξει την ιστορική μνήμη, στο μέτρο των ευαισθησιών του. Το τι θεωρεί ότι αξίζει να διασωθεί έχει σχέση με τη γενικότερη συγκρότησή του. Σήμερα, 13 Αυγούστου, έκρινα πως έπρεπε να γράψω μερικές γραμμές για έναν ήρωα που «προχωρούσε στα σκοτεινά», όπως λέει ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Τελευταίος σταθμός» απ’ όπου και ο τίτλος των σημερινών «Αιχμών». Αναφέρομαι στον Αλέκο Παναγούλη και στους συνεργάτες του (Βερυβάκη, Κλωνιζάκη, Λεκανίδη, Ζαμπέλη, Αβράμη, Γιώτα) οι οποίοι ακριβώς πριν από 58 χρόνια αποπειράθηκαν να σκοτώσουν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον εγκέφαλο του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967.

Αυτοί οι ήρωες, όλοι παιδιά της ΕΔΗΝ και της Ενωσης Κέντρου, ανέλαβαν το εγχείρημά τους σε μια εποχή που η χούντα απολάμβανε αποδοχής στη λεγόμενη κοινή γνώμη. Ενα σημαντικό μέρος των Ελλήνων τότε, κουρασμένο από την οξύτητα των προηγούμενων χρόνων και φοβισμένο από την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας –«ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες»– είδε με καλό μάτι την κατάλυση της Δημοκρατίας. Σε μια κοινωνία οι προτεραιότητες και οι ιεραρχήσεις ποικίλλουν ανάλογα με τις ευαισθησίες, αλλά και τις ανάγκες των πολιτών, συνθέτοντας με αυτόν τον τρόπο το μωσαϊκό των αντιλήψεων και των συμπεριφορών. Συνεπώς, σε έκτακτες και έκρυθμες καταστάσεις αυτοί που βγαίνουν μπροστά είναι οι λίγοι, οι αποφασισμένοι. Αυτοί που γράφουν Ιστορία, όπως ο Αλέκος Παναγούλης. Οι υπόλοιποι, οι περισσότεροι, βυθισμένοι μέσα στα προβλήματα της καθημερινότητάς τους, δεν έχουν το σθένος, τις αντοχές, την αποφασιστικότητα ή τη διάθεση να «μπλέξουν». Να αναλάβουν ρίσκα για μια υπόθεση που τους υπερβαίνει ή τους είναι αδιάφορη.

Σήμερα, άραγε, πόσοι από τις νέες γενιές έχουν ακούσει το όνομα του Αλέκου Παναγούλη; Και πόσοι από τους παλαιότερους θυμούνται τη 13η Αυγούστου 1968 και το εγχείρημά του;

Σήμερα, άραγε, πόσοι από τις νέες γενιές έχουν ακούσει αυτό το όνομα; Και πόσοι από τους παλαιότερους θυμούνται τη 13η Αυγούστου 1968; Εκείνους τους ήρωες δεν τους στηρίζει κάποιος πανίσχυρος ιδεολογικός και πολιτικός μηχανισμός που θα αναπαραγάγει την πράξη τους, που θα τους τοποθετήσει στο μαρτυρολόγιό του. Μπορεί στη συνέχεια οι πολίτες να επιβράβευσαν με την ψήφο τους κάποιους από αυτούς, αλλά μέχρις εκεί. Ο χρόνος έσβησε από τη συλλογική μνήμη την πορεία τους.

Με την ύστερη γνώση των γεγονότων η απόπειρα δολοφονίας και να πετύχαινε δεν θα άλλαζε τη ροή της Ιστορίας. Κάποιος άλλος από το δικτατορικό καθεστώς θα διαδεχόταν τον δικτάτορα. Οι εσωτερικές αντιφάσεις του στενού κύκλου των πρωτεργατών του πραξικοπήματος δεν είχαν ακόμη αναδειχθεί. Προφανώς όλα αυτά τα γνώριζαν ο Αλέκος Παναγούλης και η ομάδα του. Ομως αυτό που προείχε ήταν η εκπλήρωση του πολιτικού και κυρίως του ηθικού καθήκοντος που είχαν απέναντι στη Δημοκρατία. Είχαν πλήρη επίγνωση πως βάδιζαν στα σκοτεινά, καθώς έσπειραν χωρίς την προσδοκία του θερίζειν.

«Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι/ “Γραμμή!” αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης» (Γ. Σεφέρης, «Οι γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα», Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 1969).