Το στοίχημα επιμήκυνσης της τουριστικής σεζόν κερδίζει η Ελλάδα, σύμφωνα με τη Fitch Solutions, καθώς η ζήτηση για διακοπές στη χώρα μας, αλλά και σε άλλους δημοφιλείς προορισμούς της Ευρώπης, μειώνεται κατά την παραδοσιακή καλοκαιρινή περίοδο αιχμής, με τους ταξιδιώτες να επιλέγουν ολοένα και περισσότερο τις ανοιξιάτικες (Μάρτιος – Μάιος) και φθινοπωρινές (Σεπτέμβριος – Νοέμβριος) αποδράσεις.
Το φαινόμενο αυτό οδηγεί σε ένα πιο ισορροπημένο τουριστικό μοντέλο, έστω και εάν σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με το γεγονός ότι οι μήνες του Ιουλίου και του Αυγούστου γίνονται πλέον λιγότερο ελκυστικοί για τους ξένους ταξιδιώτες, λόγω του συνωστισμού, των ακριβών τιμών και των υψηλών θερμοκρασιών. Αν και πρόκειται για μοτίβο που καταγράφεται συνολικά στους παραθαλάσσιους προορισμούς της Ευρώπης, οι αναλυτές σημειώνουν ότι η Ελλάδα και η Ισπανία λειτουργούν ως μοντέλα, αφού αποτελούν τα καλύτερα παραδείγματα αυτής της στροφής που συντελείται.
Η Fitch Solutions διαπιστώνει από τα μέχρι στιγμής διαθέσιμα στοιχεία ότι η αύξηση των τουριστικών αφίξεων στην Ελλάδα κατά τους πιο ήσυχους μήνες Ιανουάριο – Μάιο αυξάνεται διαρκώς. Αν και εν μέρει η εικόνα αυτή αποδίδεται στη συνέχιση της τουριστικής άνθησης του 2025, εντούτοις οι αναλυτές σημειώνουν ότι η αύξηση κατά τη διάρκεια αυτών των λιγότερο συμβατικών μηνών ταξιδιών είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ’ ό,τι το 2025.
Ειδικότερα, η σωρευτική αύξηση των αφίξεων για το πρώτο πεντάμηνο του έτους, δηλαδή το διάστημα πριν να ξεκινήσει η περίοδος αιχμής, ήταν 20,9% υψηλότερη απ’ ό,τι το 2025. Μόνο ο Μάιος εμφάνισε αύξηση 12,2% σε ετήσια βάση, υποδηλώνοντας ότι μερίδα των ταξιδιωτών επιδιώκει να πηγαίνει διακοπές νωρίτερα.
Τα στοιχεία των αφίξεων δείχνουν μια μικρότερη συσσώρευση τους καλοκαιρινούς μήνες και μια μεγαλύτερη διασπορά το υπόλοιπο έτος. Ειδικότερα, τα τελευταία δύο χρόνια, το μερίδιο του Απριλίου αυξήθηκε από 5,1% των συνολικών ετήσιων αφίξεων την περίοδο 2012-2015 και 5,7% την περίοδο 2016-2019 σε μέσον όρο 6%.
Oι αφίξεις το πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου ήταν κατά 20,9% αυξημένες σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Ο Ιούνιος αύξησε το μερίδιό του στις αφίξεις από 13,8% την περίοδο 2012-2015 και 13,9% την περίοδο 2016-2019 σε 14,4%. Αλλά και το μερίδιο του Οκτωβρίου αυξήθηκε από 6,4% των συνολικών ετήσιων αφίξεων την περίοδο 2012-2015 σε μέσον όρο 7,5% την περίοδο 2024-2025.
Αντίθετα, το μερίδιο του Ιουλίου στις αφίξεις μειώθηκε από 17,9% την περίοδο 2012-2015 σε 16,9% την περίοδο 2024-2025, ενώ του Αυγούστου μειώθηκε από 20,2% σε 18,9% στην ίδια σύγκριση. Οπως σημειώνει η Fitch Solutions, τα στοιχεία μαρτυρούν ότι οι λεγόμενοι «shoulder» μήνες (αυτοί που βρίσκονται ανάμεσα στην υψηλή και τη χαμηλή σεζόν) γίνονται όλο και πιο σημαντικοί για τον ελληνικό τουρισμό, ενώ την ίδια στιγμή η αγορά αρχίζει να αντιμετωπίζει περισσότερο τη χώρα μας ως προορισμό για όλο τον χρόνο.
Πρόκειται, βέβαια, για μοτίβο που είναι εμφανές και σε άλλους δημοφιλείς παραθαλάσσιους προορισμούς της Ευρώπης, κάτι που, σύμφωνα με τη Fitch Solutions, σχετίζεται με το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς δοκιμάζουν τα όρια των δυνατοτήτων τους τα τελευταία χρόνια κατά τους μήνες Ιούλιο – Αύγουστο. Η αιχμή της σεζόν σημαίνει συνωστισμό στους δρόμους, περιορισμούς στη διαθεσιμότητα καταλυμάτων και ανάγκη για κρατήσεις σε εστιατόρια.
Ο συνωστισμός στις παραλίες σημαίνει ότι οι ταξιδιώτες πρέπει να φτάσουν νωρίς το πρωί για να εξασφαλίσουν μια θέση, ενώ σε κορυφαίους προορισμούς, όπως είναι η Μύκονος, η Ιμπιζα και η Μαγιόρκα, εφαρμόζονται κρατήσεις για ξαπλώστρες και απαιτήσεις για ελάχιστη κατανάλωση.
Ως αποτέλεσμα, μήνες με λιγότερο κόσμο, όπως ο Μάιος, ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, γίνονται πιο ελκυστικοί, καθώς τα δημοφιλή μέρη είναι λιγότερο γεμάτα και οι τιμές είναι πιο προσιτές. Την ίδια στιγμή, η αύξηση των τιμών στους πιο δημοφιλείς προορισμούς σπρώχνει τους τουρίστες σε φθηνότερες εναλλακτικές. Για πολλά νοικοκυριά, ένα ταξίδι τον Μάιο, τον Ιούνιο, τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο προσφέρει παρόμοια εμπειρία με αισθητά χαμηλότερο κόστος.
Αλλωστε, πολλοί ταξιδιώτες προτιμούν να αποφεύγουν τους καλοκαιρινούς μήνες, επιλέγοντας την άνοιξη και τις αρχές του καλοκαιριού (Απρίλιος – Ιούνιος) και τις αρχές του φθινοπώρου (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος), που ο κίνδυνος ακραίων θερμοκρασιών και πυρκαγιών είναι χαμηλότερος.