Φόρτωση Text-to-Speech…
«Οι επιβάτες του λεωφορείου, οι περισσότεροι από τους οποίους τραυματίσθηκαν και με όλα τα μέσα μεταφέρθηκαν σε διάφορα νοσοκομεία, μιλούν για την έκρηξη σαν να έζησαν έναν εφιάλτη. Το πρώτο ξάφνιασμα ακολούθησαν κραυγές αγωνίας και ο γενικός πανικός, καθώς όλοι προσπαθούσαν να βρεθούν έξω και μακριά από το κατεστραμμένο λεωφορείο». Ετσι περιέγραφε η «Καθημερινή», στο φύλλο της 2ας Νοεμβρίου 1985, τις σκηνές που είχαν εκτυλιχθεί δύο 24ωρα νωρίτερα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.
Ηταν Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 1985, λίγο μετά τις 10.30 το βράδυ, όταν μια ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε το αστικό λεωφορείο της γραμμής Ακαδημία – Αργυρούπολη, στο ύψος της Δάφνης. Το όχημα ήταν γεμάτο επιβάτες, ανάμεσά τους πολλοί μαθητές που επέστρεφαν από τα φροντιστήρια του κέντρου της Αθήνας. Τουλάχιστον τριάντα άνθρωποι τραυματίστηκαν, από τους οποίους οι δέκα -όπως αναφερόταν στον κατάλογο των ονομάτων που δημοσίευσε η «Καθημερινή»- σοβαρά. Μεταξύ αυτών, η «Αικατερίνη Μ. Πλίτσα, 17 ετών» .
«Δεν κατάλαβα εκείνη την ώρα τι είχε συμβεί. Είχαν σπάσει τα τύμπανα των αυτιών μου. Ακουγα τις φωνές σαν να έρχονταν από το υπερπέραν», λέει σήμερα στην «Κ» η 58χρονη Πλίτσα, περιγράφοντας τις δραματικές στιγμές που έζησε εκείνη τη νύχτα. Ηταν μαθήτρια της Γ΄ Λυκείου και είχε επιβιβαστεί στο λεωφορείο από την οδό Ακαδημίας λίγο αφού τελείωσε το μάθημά της στο φροντιστήριο, προκειμένου να επιστρέψει στο σπίτι της στη Γλυφάδα. Στεκόταν στο πίσω μέρος του λεωφορείου, ακουμπισμένη σε μια μεταλλική μπάρα, όταν η δύναμη της έκρηξης την εκσφενδόνισε προς τα σκαλοπάτια. Εβλεπε ανθρώπους να τρέχουν, αλλά δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι είχε συμβεί.

«Με έβαλαν σε ένα ταξί μαζί με έναν ακόμη τραυματία και μας πήγαν στο “Ιπποκράτειο”. Θυμάμαι ότι κάτι με ενοχλούσε στο πόδι και προσπαθούσα να το τραβήξω. Δεν είχα καταλάβει ότι ήταν ένα μεταλλικό θραύσμα που είχε καρφωθεί μέσα μου. Κάποιος που ήταν μαζί μού έπιανε το χέρι για να μην το βγάλω», αφηγείται.
Η Κατερίνα στεκόταν πολύ κοντά στο σημείο της έκρηξης. Οπως θυμάται, δίπλα της βρισκόταν ένας άνδρας με μια τσάντα στα πόδια του. «Ημουν τυχερή γιατί είχα γυρίσει λοξά και η έκρηξη έγινε πίσω μου. Ο τρόπος που στεκόμουν και κυρίως το τζιν που φορούσα φαίνεται ότι με προστάτευσαν από πολύ σοβαρότερα εγκαύματα».
Σαράντα μέρες στο νοσοκομείο
Η Πλίτσα ήταν ανάμεσα στους επιβάτες που τραυματίστηκαν πολύ σοβαρά. Αρχικά μεταφέρθηκε στο «Ιπποκράτειο», όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση θραυσμάτων. Ακολούθησε δεύτερο χειρουργείο στο Νοσοκομείο Αεροπορίας. Είχε υποστεί εγκαύματα δεύτερου και τρίτου βαθμού, κυρίως στην πίσω πλευρά του σώματός της, ενώ είχαν τραυματιστεί και τα δύο τύμπανα των αυτιών της.
«Κάποια στιγμή μπήκε κρυφά στο δωμάτιο ένας δημοσιογράφος και με ρώτησε τι θυμόμουν για την έκρηξη. “Ποια έκρηξη;”, του είπα. Μέχρι τότε πίστευα ότι είχε πιάσει φωτιά το λεωφορείο. Από εκείνον έμαθα ότι είχε εκραγεί βόμβα», αφηγείται.
«Η μητέρα μου μού είπε ότι στο δεύτερο χειρουργείο οι γιατροί είχαν βγάλει από το σώμα μου τόσα θραύσματα που γέμισαν τέσσερα πλαστικά ποτήρια», θυμάται. «Οταν ξύπνησα, ήμουν φασκιωμένη σαν μούμια. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί. Νόμιζα ότι είχε πιάσει φωτιά το λεωφορείο. Κάποια στιγμή μπήκε κρυφά στο δωμάτιο ένας δημοσιογράφος και με ρώτησε τι θυμόμουν για την έκρηξη. “Ποια έκρηξη;”, του είπα. Μέχρι τότε πίστευα ότι είχε πιάσει φωτιά το λεωφορείο. Από εκείνον έμαθα ότι είχε εκραγεί βόμβα», αφηγείται.

Η θεραπεία των εγκαυμάτων ήταν επίπονη. Στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας νοσηλεύτηκε σε αποστειρωμένο δωμάτιο, ακολουθώντας αγωγή που ήταν πρωτοποριακή, όπως μας λέει, για εκείνη την εποχή. «Είχαν φέρει κι ένα καλοριφέρ λαδιού. Είχε 40 βαθμούς μέσα στο δωμάτιο. Ημουν γυμνή και μου έβαζαν κρέμες για να κλείσουν οι πληγές», περιγράφει.
Η περιπέτεια της 17χρονης ήταν ανάμεσα σε εκείνες που είχαν συγκινήσει την κοινή γνώμη. Οι εφημερίδες παρακολουθούσαν την πορεία των τραυματιών, δημοσιεύοντας φωτογραφίες από τα νοσοκομεία και μαρτυρίες των οικογενειών τους. Ανάμεσα στα αποκόμματα που διατηρεί η Κατερίνα βρίσκονται και τρία άρθρα του Φρέντυ Γερμανού στην «Ελευθεροτυπία», με τίτλους «Μην πας για ύπνο Κατερίνα…», «Η Κατερίνα ΔΕΝ πήγε για ύπνο!» και «Κατερίνα – συνέχεια και τέλος…». Μέσα από αυτά, η ιστορία της νεαρής μαθήτριας, που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της είχε φτάσει σε χιλιάδες αναγνώστες.

Σαράντα ημέρες αργότερα, ήρθε το εξιτήριο, όμως η αποκατάσταση κράτησε χρόνια. Επρεπε να υποβληθεί σε επεμβάσεις για την ακοή της, ενώ μικρά μεταλλικά αντικείμενα εξακολουθούσαν κατά διαστήματα να «ξεκολλούν» από το δέρμα της.
«Κατά καιρούς έβλεπα μαύρα στίγματα, πήγαινα να τα τραβήξω και έβγαιναν μικρά σύρματα», λέει. Ακόμη και πριν από λίγα χρόνια χρειάστηκε να κάνει μια νέα επέμβαση, όταν ένα μεταλλικό υπόλειμμα της προκάλεσε φλεγμονή.
Το μυστήριο της έκρηξης
Την ίδια ώρα, οι αστυνομικές έρευνες επιχειρούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα ποιος είχε μεταφέρει τη βόμβα στο λεωφορείο και γιατί. Το ενδιαφέρον των Αρχών στράφηκε αρχικά στους επιβάτες που βρίσκονταν κοντά στην εστία της έκρηξης, ανάμεσά τους και ένας 25χρονος Ιρακινός φοιτητής της Θεολογίας.
Μία από τις εκδοχές που εξετάστηκαν ήταν ότι ο εκρηκτικός μηχανισμός προοριζόταν για διαφορετικό στόχο. Το ίδιο βράδυ είχε προηγηθεί προειδοποιητικό τηλεφώνημα για βόμβα στην οδό Κανάρη στο Κολωνάκι, έξω από την κατοικία της οικογένειας Τσάτσου, που στο παρελθόν συνδεόταν με την τσιμεντοβιομηχανία ΑΓΕΤ Ηρακλής. Στο σημείο, ωστόσο, δεν εντοπίστηκε εκρηκτικός μηχανισμός.

Πολλά χρόνια αργότερα, στις 8 Ιανουαρίου 2003, η Δώρα Αντωνίου έγραφε στην «Καθημερινή» για την οργάνωση «Επαναστατική Μαχόμενη Αριστερά» (ΕΜΑ), αναφέροντας ότι η προσπάθεια συγκρότησής της «έληξε άδοξα». Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, οι αστυνομικές πληροφορίες συνέδεαν τη βόμβα που προοριζόταν για την κατοικία Τσάτσου με εκείνη που εξερράγη λίγο αργότερα στο λεωφορείο.
«Με ρωτούσαν αν είχα μεταφέρει κάτι από το φροντιστήριο, ακόμη και κάποιο στιλό, που θα μπορούσε να έχει μέσα εκρηκτικό μηχανισμό», αφηγείται.
Η εκδοχή ήταν ότι κάποιος διερχόμενος είχε κλέψει το σακίδιο με τον μηχανισμό χωρίς να γνωρίζει τι περιείχε και τον είχε μεταφέρει στο όχημα. Οι υποψίες είχαν στραφεί στον Ιρακινό φοιτητή, χωρίς όμως τελικά να αποδειχθεί η εμπλοκή του, με την υπόθεση να μην έχει εξιχνιαστεί. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των διωκτικών αρχών, ωστόσο, η ΕΜΑ αποτέλεσε τον πρόδρομο για την «1η Μάη» που εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα, το 1987. Οι έρευνες συνέδεαν, επίσης, τη συγκρότησή της με πρόσωπα που είχαν σχέσεις με τη «17 Νοέμβρη».
Για την Κατερίνα, η αστυνομική έρευνα είχε και προσωπικές συνέπειες. Το 1986 κλήθηκε για ανάκριση από την Κρατική Ασφάλεια, καθώς η ίδια είχε βρεθεί πολύ κοντά στο σημείο όπου είχε εκδηλωθεί η έκρηξη. «Με ρωτούσαν αν είχα μεταφέρει κάτι από το φροντιστήριο, ακόμη και κάποιο στιλό, που θα μπορούσε να έχει μέσα εκρηκτικό μηχανισμό», αφηγείται. «Τι είναι η “17 Νοέμβρη”, ξέρεις;», θυμάται να τη ρωτούν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, οι αστυνομικοί πήγαν και στο σπίτι της, ενώ ένας ξάδελφός της που την είχε επισκεφθεί οδηγήθηκε στη ΓΑΔΑ. «Επειδή απλώς είχε μούσι», σχολιάζει. Από τις έρευνες, πάντως, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να τη συνδέει με την επίθεση.
«Δεν μπόρεσα να κάνω τη διαδρομή της επιστροφής»
Στο μεταξύ, η Κατερίνα προσπαθούσε να επιστρέψει στην καθημερινότητά της. Στις αρχές του 1986 ξαναπήγε στο σχολείο, αλλά οι δυσκολίες ήταν μεγάλες. Ενα νεύρο στο αριστερό της πόδι είχε τραυματιστεί και δεν μπορούσε να καθίσει εύκολα στο θρανίο. «Οι καθηγητές μού έφερναν μια καρέκλα με μαλακό μαξιλάρι και άλλη μία για να έχω το πόδι μου σηκωμένο», περιγράφει.
Τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς αποφάσισε να επιστρέψει και στο φροντιστήριο. Πήρε ξανά το λεωφορείο, θέλοντας να συνεχίσει τη ζωή της όπως πριν. Αυτή τη φορά, κρατούσε ένα τετράδιο στα χέρια της και άρχισε να καταγράφει τους συνεπιβάτες της.
Σημείωνα ποιος μπήκε, τι ώρα μπήκε, ποιος κατέβηκε. Αυτός έχει μουστάκι, μου φαίνεται περίεργος… Ηθελα, αν συνέβαινε κάτι και με ανέκριναν πάλι, να ξέρω ποιος ήταν μέσα στο λεωφορείο», λέει. «Εφτασα στο φροντιστήριο, αλλά δεν μπόρεσα να κάνω τη διαδρομή της επιστροφής. Τηλεφώνησα στους γονείς μου και τους ζήτησα να έρθουν να με πάρουν. Ηταν η τελευταία φορά που πήγα σε εκείνο το φροντιστήριο».
«Σημείωνα ποιος μπήκε, τι ώρα μπήκε, ποιος κατέβηκε. Αυτός έχει μουστάκι, μου φαίνεται περίεργος… Ηθελα, αν συνέβαινε κάτι και με ανέκριναν πάλι, να ξέρω ποιος ήταν μέσα στο λεωφορείο».
Παρά τα προβλήματα ακοής, τον Ιούνιο του 1986, συμμετείχε στις Πανελλαδικές Εξετάσεις με ειδική διαδικασία, χωρίς να καταφέρει να εισαχθεί σε κάποια σχολή. Λίγο αργότερα, βρήκε δουλειά στην κρατική τηλεόραση, στο τμήμα παραγωγής ειδήσεων. Κάθε φορά που στο κτίριο γίνονταν έλεγχοι για ύποπτα αντικείμενα ή εκκενώσεις των εγκαταστάσεων, οι αναμνήσεις επέστρεφαν. «Με έπιανε κρίση πανικού. Ελεγα, “Παναγία μου, δεν θέλω να ξανακαώ”».
Ο φόβος παρέμεινε χρόνια. Κάθε φορά που άκουγε έναν δυνατό θόρυβο πεταγόταν. Θυμάται την πρώτη της πτήση με αεροπλάνο. «Σκεφτόμουν ότι αυτός ο ήχος θα καταλήξει σε ένα μπαμ. Αργότερα, συνήθισα».
«Τώρα πια, όχι»
Στα χρόνια που μεσολάβησαν, η Κατερίνα δημιούργησε τη δική της οικογένεια. Πολύ νωρίς, το 1987, παντρεύτηκε τον άνθρωπο με τον οποίο ήταν μαζί από τα 15. Εκείνος ήταν 20 ετών όταν σημειώθηκε η έκρηξη και στάθηκε δίπλα της σε όλη τη διάρκεια της αποκατάστασης. «Εγώ τον έδιωχνα μετά από ό,τι συνέβη. Θα μπορούσε να είχε φύγει, αλλά δεν το έκανε», λέει.

Απέκτησαν μαζί τρία παιδιά και αργότερα πέντε εγγόνια. Ο σύζυγός της παρέμεινε στο πλευρό της στηρίζοντάς τη σε κάθε δυσκολία, και ακόμη περισσότερο όταν εκείνη διαγνώστηκε με σκλήρυνση κατά πλάκας, μια νέα περιπέτεια υγείας που σήμερα έχει περιορίσει σημαντικά την κινητικότητά της. Τον έχασε τον Μάιο του 2025, σε ηλικία 59 ετών. «Αυτό μου κόστισε πιο πολύ από όλα», μας λέει.
Οταν, κλείνοντας, τη ρωτάμε πόσο συχνά επιστρέφει με τη σκέψη στη νύχτα της 31ης Οκτωβρίου 1985, η απάντησή της έρχεται αβίαστα. «Τώρα πια, όχι».